Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Από τον σκουπιδοτενεκέ: Απουσία



















Απουσία

Θα ψυχρανθεί, είπε, καθισμένος στη γωνιά του,
τυφλός από τα χρόνια, ο γέροντας, το σύμπαν,
λέω, και μαζί, τ’ άστρα, οι άνθρωποι, τα λόγια, δε θα ‘χουν
σημασία καμιά τον καιρό της Μεγάλης Μοναξιάς.

Σαν τα πουλιά, έλεγε, τα λόγια πετούν, σαν τα πουλιά
κι απλώνουν στον ορίζοντα πέρα, θαρραλέα, δυνατά
και τραγουδούν τα πάθη της Ελένης, τον πό-
λεμο σώμα με σώμα, την νίκη και τον θάνατο.

Κι άλλοτε πάλι τρομαγμένα έρχονται για να πουν
τον άδικο πόνο, την άσκοπη μάχη, γι’ αυτή που
δεν ήταν εκεί, δεν πήγε ποτέ εκεί, πουκάμισο
αδειανό, είδωλο φρικτό του πόθου και της φαντασίας.

. . .

Δε θα μ’ αφήσεις, έλεγες, δεν θα μ’ αφήσεις,
θα μείνουμε πάντα μαζί, με κορμί και ψυχή,
γενναίοι, δυνατοί, με ματιά και μιλιά καθαρή,
ο ένας για τον άλλον, στη ζωή και στο θάνατο.

Νά ‘μαι λοιπόν τώρα εδώ, να κοιτώ μορφές θολές
να περνούν τα πουλιά στον ορίζοντα σημείο μηδέν
γραφή κενή
και να λέω με τρόμο αν ποτέ ήσουν εκεί.

Λόγια πουλιά μαδημένα, κορμιά φαντάσματα
τώρα τις νύχτες μου μετρώ με λατινικά εξάμετρα
του Λουκρητίου: «Δεν μπορούν με το κορμί τους όλο
ο ένας στο σώμα του αλλουνού να μπει και να χωρέσει».

Δεν υπάρχουν σχόλια: