Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

To ρόδο του Παράκελσου

του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Από τη συλλογή Ρόδινο και Γαλάζιο (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης), εκδ. ύψιλον/βιβλία 1982.

Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.



Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλα το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;




Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο.



Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Placebo, ο αγνοημένος θρίαμβος του μυαλού. Περιπτώσεις αυτοθεραπείας

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο των Πέτρου Αργυρίου-Beldeu Singh, Τι δεν σας λένε οι γιατροί (εκδ. ETRA 2010), με τον σημαίνοντα υπότιτλο: Φάρμακα, εμβόλια, καρκίνος, πόλεμος κατά της φύσης και της υγείας, ψυχοδικτατορία και η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο εξανθρωπισμένης ιατρικής. Λογάριαζα να κάνω μια συνολική παρουσίαση του βιβλίου, αφού ολοκληρώσω το διάβασμα, αλλά η απλότητα της γραφής, η καθαρότητα των επιχειρημάτων και η συγκλονιστικότητα των αποκαλύψεων είναι τέτοια που δεν μ’ αφήνει να περιμένω. Έτσι, αποφάσισα να ασχοληθώ με ένα από τα θέματα που βρίσκει κανείς στις πρώτες σελίδες του βιβλίου: το placebo. Η παρουσίαση και η συρραφή των αποσπασμάτων βαρύνει εμένα. Στο βιβλίο θα βρειτε περισσότερα παραδείγματα και πλήθος παραπομπών στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.

Ο όρος placebo (θα ευχαριστήσω) χρησιμοποιούνταν στη μεσαιωνική προσευχή στην έκφραση «Placebo Domino» (θα ευχαριστήσω τον Κύριο) και προέρχεται από μια μετάφραση της Βίβλου του πέμπτου αιώνα. Κατά τον 18ο αιώνα ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται στην ιατρική υποδηλώνοντας σκευάσματα χωρίς καμιά θεραπευτική αξία που δίνονταν παραπλανητικά στους ασθενείς. Ο όρος αρχίζει να μεταλάσσεται ήδη από το 1920 (Graves) και με ενδιάμεσους σταθμούς μελέτες του 1933 (Evans and Hoyle), του 1937 (Gold, Kwit and Otto) και του 1946 (Jellinek), φτάνει το 1955 να διεκδικεί ένα σημαντικό κομμάτι του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Σήμερα, το placebo είναι ένας από τους περισσότερο συνηθισμένους όρους που χρησιμοποιείται από την ιατρική ορολογία. Ο κύριος λόγος που αυτό συμβαίνει είναι γιατί το placebo χρησιμοποιείται σε μελέτες και δοκιμές φαρμάκων, σε ομάδες ελέγχου, προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα καινούριων φαρμάκων. Για παράδειγμα, η εταιρεία Peptide Therapeutics είχε στα σκαριά ένα εμβόλιο για την τροφική αλλεργία. Όταν το πειραματικό εμβόλιο έφτασε στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, ο αντιπρόσωπος της εταιρείας διατράνωσε πως το εμβόλιο ήταν αποτελεσματικό σε ένα ποσοστό της τάξης 75%, ποσοστό που είναι συνήθως υπεραρκετό για να καταδείξει τη θεραπευτική ωφελιμότητα της ουσίας. Τα χαρμόσυνα νέα όμως δεν διάρκεσαν πολύ. Η ομάδα ελέγχου που λάμβανε placebo είχε το ίδιο θεαματικά αποτελέσματα: 7 στους 10 ασθενείς που νόμιζαν ότι λάμβαναν τη φαρμακευτική ουσία όταν στην ουσία έπαιρναν το ανενεργό placebo απαλλάχθηκαν από τις τροφικές τους αλλεργίες.

Πολύ συχνά ο όρος placebo κακοποιείται από επαγγελματίες της υγείας, προκειμένου να περιγράψει μια «απάτη» ή «πλάνη». Το placebo όμως σε καμιά περίπτωση δεν αφορά ένα παραπλανητικό, ανωφελές ή κακοποιό φαινόμενο κι είναι ανεξάρτητο από τις προθέσεις απατεώνων ή επαγγελματιών υγείας. Το placebo είναι ένα αυθύπαρκτο, πολύ πραγματικό φαινόμενο που αναφέρεται σε ανερμήνευτες και αδικαιόλογητες από το υπάρχον θεωρητικό πλαίσιο θεραπείες ή βελτιώσεις υγείας που επέρχονται μετά από χορήγηση μη δραστικών ουσιών στον ασθενή, βελτιώσεις δηλαδή που προκαλούνται από τον ίδιο τον ασθενή και όχι από το θεραπευτικό μέσο. Το placebo δηλώνει ένα μη χημικό ερέθισμα ή δράση που κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό προς μια θεραπευτικη πορεία. Το φαινόμενο placebo κινείται δηλαδή σε ένα φάσμα που επεκτείνεται από τα πεδία της υποβολής έως τα ανεξιχνίαστα πεδία της αυτοθεραπείας και της θεραπευτικής δύναμης της πίστης.

Με λίγα λόγια το φαινόμενο placebo αναφέρεται σε μια βελτίωση της υγείας του ασθενούς που πυροδοτείται όχι από τη θεραπευτική δράση μιας ουσίας ή μιας ιατρικής επέμβασης αλλά από τη θεραπευτική πρόθεση και μόνο. Για παράδειγμα, αν πάρουμε δυο ομάδες ασθενών με πονοκέφαλο και χορηγήσουμε στη μια ομάδα ένα φάρμακο για τον πονοκέφαλο και στην άλλη ζαχαρόπηκτα δισκία που δεν περιέχουν καμία απολύτως φαρμακευτική ή άλλως δραστική ουσία, θα διαπιστώσουμε ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό (30%-60%) των ασθενών που πήραν τα «πλαστά», ανενεργά χάπια, μετά την πλασματική θεραπεία, ο πονοκέφαλος «θαυματουργά» υποχωρεί. Αυτή ακριβώς η αδικαιολόγητη θεραπεία είναι το placebo.

Πολλοί έσπευσαν να περιγράψουν το φαινόμενο placebo ως ένα καθαρά ψυχολογικό φαινόμενο. Το placebo σύμφωνα με κάποιους αφορά μια υποκειμενική κατάσταση όπου ο ασθενής, πεπεισμένος για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, αντιλαμβάνεται πολύ αμυδρότερα ή ασθενέστερα τα συμπτώματά του, χωρίς ουσιαστικά να έχει βελτιωθεί το επίπεδο υγείας του. Χωρίς δηλαδή να έχει βελτιωθεί η υγεία του ασθενούς, εκείνος δίνει λιγότερη σημασία στον πόνο και στα συμπτώματα που η ασθένεια του προκαλεί, νιώθοντας έτσι περισσότερο υγιής και ωφελημένος από την πλασματική θεραπεία. Φτάνει όμως η υποκειμενικότητα του ασθενούς και των συμπτωμάτων του για να ερμηνεύσει το φαινόμενο placebo; Η απάντηση είναι απόλυτη: όχι. Αν και στο φαινόμενο υπεισέρχονται υποκειμενικοί παράγοντες, το ίδιο το φαινόμενο αποτελεί μια αντικειμενική, περιγράψιμη και ποσοτικά μετρήσιμη πραγματικότητα.

Το φαινόμενο placebo αναφέρεται σε ένα διαφορετικό θεραπευτικό μηχανισμό που ενυπάρχει στον ανθρώπινο οργανισμό, κινητοποιείται από την πρόθεση ή την πίστη στη δυνατότητα θεραπείας και υπονοεί βιοχημικές αντιδράσεις και αλλαγές του οργανισμού στο ερέθισμα της θεραπευτικής πρόθεσης ή πεποίθησης.

Το φαινόμενο placebo μπορεί να έχει και αντίθετα αποτελέσματα. Με τη χορήγηση δηλαδή μιας φαρμακολογικά ανενεργούς ουσίας επέρχεται ορισμένες φορές μια αναπάντεχη επειδείνωση υγείας. Μια επιθεώρηση 109 διπλών-τυφλών μελετών υπολόγισε ότι το 19% όσων έπαιρναν placebo εκδήλωσαν το φαινόμενο nocebo, μια αναπάντεχη δηλαδή επιδείνωση υγείας.

Με λίγα λογια, το φαινόμενο placebo διαμορφώνεται σε σχέση με το προσωπικό συμβολικό σύμπαν του ασθενούς. Προτού η απάντηση placebo συμβεί, η ανθρώπινη αντίληψη έχει ερμηνεύσει την εφαρμοζόμενη θεραπεία και έχει προετοιμάσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του οργανισμού προς αυτήν. Σε μια θεραπεία λοιπόν φαίνεται πως εκτός από τα χημικά σήματα, υπάρχουν και άλλα σήματα που κινητοποιούν τον οργανισμό προς μια θεραπευτική απάντηση. Πριν τη θεραπεία υπάρχει η ερμηνεία της, όχι μόνο σε συνειδητό επίπεδο αλλά ίσως κι σε ένα επίπεδο συνείδητο-συμβολικό. Μια αντίδραση placebo μπορεί να ξεφύγει από το πλαίσιο της καθαρά υποκειμενικής, ψυχολογικής ανταπόκρισης και να σωματοποιηθεί, παράγοντας βιολογικά αποτελέσματα, όπως στη περίπτωση του καρκίνου π.χ.

Η δράση του placebo μπορεί να φτάσει ακόμα πιο μακριά και να κονταροχτυπηθεί με την ομάδα κρούσης της ιατρικής επιστήμης, τις χειρουργικές επεμβάσεις. Ίσως η πιο εντυπωσιακή περίπτωση χειρουργικού placebo αναδείχτηκε το 2004. Σε μια πρωτοποριακή έρευνα στον τομέα των βλαστοκυττάρων, δοκιμάστηκε η εμφύτευση εμβρυακών ντοπαμινεργικών νευρώνων στον εγκέφαλο ασθενών με νόσο του Parkinson. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά μέχρι που συγκρίθηκαν με μια placebo χειρουργική διαδικασία. Τα θεραπευτικά οφέλη από την πειραματική θεραπεία συγκρίθηκαν με αυτά που προέκυψαν σε ασθενείς στο κρανίο των οποίων έγιναν απλά μικρές τομές χωρίς να εμφυτευτούν τα εμβρυακά κύτταρα. Τα θεραπευτικά οφέλη και στις δυο ομάδες ήταν συγκρίσιμα. Το placebo (ανωφελείς τομές στο κρανίο ασθενών) ήταν σχεδόν το ίδιο αποτελεσματικό με μια χειρουργική τεχνολογία αιχμής. Όπως οι ίδιοι οι ερευνητές περιγράφουν: «το φαινόμενο placebo ήταν πολύ ισχυρό σε αυτή τη μελέτη».

Πώς μπορεί απλά και μόνο η θεραπευτική προσδοκία (placebo) να εμφανίζει ισοδύναμα αποτελέσματα με χειρουργικές επεμβάσεις; Φαίνεται πως ο νους αποτελεί ένα σύστημα ελέγχου για όλες τις διαδικασίες που συμβαίνουν στο σώμα, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενειών. Τα βιοχημικά ίχνη αυτής της επίδρασης μόλις έχουν αρχίσει να γίνονται ορατά από τους ερευνητές. Γιατί όπως δείχνουν οι έρευνες, το placebo φαίνεται να έχει βιολογική βάση, την έκταση της οποίας μόλις έχουμε αρχίσει να αποτιμούμε.

Το φαινόμενο placebo είναι λοιπόν υπαρκτό, έχει βιοχημική δράση και υποδηλώνει την εποπτική θέση του νου σε θέματα υγείας. Άνθρωποι που θεωρούν ότι έχουν πάρει θεραπεία αλλά ουσιαστικά έχουν λάβει μια πλασματική θεραπεία παρουσιάζουν αναπάντεχες βελτιώσεις υγείας και σε κάποιες περιπτώσεις πλήρεις θεραπείες. Δεν είναι επισφαλές λοιπόν να ισχυριστούμε ότι στο φαινόμενο placebo πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η ίδια η αντίληψη, ο τρόπος που ο ανθρωπινος νους αντιλαμβάνεται το χώρο και το χρόνο γύρω του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, οι κωδικοί και τα σύμβολα που ο έμψυχος υπολογιστής που ονομάζεται νους χρησιμοποιεί για να μεταφράσει τα εξωτερικά και τα ενδογενή ερεθίσματα σε μια συμπαγή πραγματικότητα. Σε μια πρόσφατη έρευνα δηλώθηκε σε ασθενείς ότι είχαν προσβληθεί από επικίνδυνους βακίλους. Στην πραγματικότητα δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Οι ασθενείς ακολούθως έλαβαν πλασματική αντιβίωση (placebo) για την καταπολέμηση της λοίμωξης. Με λίγα λόγια, τα υποκείμενα έλαβαν μια ανύπαρκτη θεραπεία για μια ανύπαρκτη ασθένεια. Και όμως, σε κάποιους από αυτούς τα συμπτώματα της λοίμωξης επέμειναν και μετά τη θεραπεία. Ο νους, είχε μεταφράσει τους φανταστικούς βακίλους σαν κάτι το επικίνδυνο και εκπαίδευσε το σώμα να συμπεριφερθεί όπως αν είχε προσβληθεί από πραγματικούς βακίλους. Στη αντίληψη κάποιων ασθενών, οι συγκεκριμένοι βάκιλοι δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από την αντιβίωση και το σώμα άρχισε να μιμείται την λοίμωξη και μετά τη θεραπεία placebo.

Και έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα:

Τα φαινόμενα placebo και nocebo μπορεί να αποδειχτούν κεφαλαιώδη όχι μόνο για την ατομική αλλά και για τη δημόσια υγεία και να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα αντίληψη υγείας. Μια νέα ιατρική που ταιριάζει με το όραμα του Wolf κατατεθειμένο ήδη από τη δεκαετία του ’50: «στο μέλλον τα φάρμακα θα εκτιμούνται όχι μόνο αναφορικά με τη φαρμακολογική τους δράση αλλα επίσης και σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις που υπάρχουν και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά χορηγούνται». Πέντε αιώνες πριν ο Παράκελσος έγραψε: «Πρέπει να ξέρετε ότι η θέληση είναι ένας ισχυρός σύμμαχος της ιατρικής». Η επιστημονική μας υπεροψία μας έκανε να αγνοήσουμε τα διδάγματα του παρελθόντος.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

AIDS, ΚΑΡΚΙΝΟΣ: Βγες από τη λίστα!


«Αν δεν αρχίσεις τη θεραπεία τώρα, έχεις ζωή τρεις μήνες το πολύ», είπαν σ’ ένα συγγενή μου που πήγε για μια εγχείρηση ρουτίνας και η βιοψία έδειξε καρκίνο. Κι αυτό, παρόλο που όλες οι άλλες εξετάσεις –αιματολογικές, αξονικές και δε συμμαζεύεται- δεν έδειχναν τίποτα, παρόλο που ο ίδιος αισθανόταν μια χαρά, χωρίς να έχει καμιά ενόχληση. Μόνο και μόνο από ένα απότελεσμα βιοψίας έπρεπε κατά τους γιατρούς να υποβληθεί σε μια τοξικότατη θεραπεία με όλα τα παρεπόμενα –πτώση μαλλιών, εμετούς, κρεβατώματα…. «Αλλιώς πεθαίνεις…» Πήγε σε πολλούς άλλους γιατρούς, τους πλήρωσε αδρά. Όλοι κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: χημειοθεραπεία. Μόνο ένας γιατρός βρέθηκε που δέχτηκε απλώς να τον παρακολουθεί κάνοντας του εξετάσεις σε τακτά διαστήματα για κανά δυο χρόνια προκειμένου να αποκλειστεί η πιθανότητα καρκίνου. Όπως καταλάβατε, ένα χρόνο τώρα μετά, ο συγγενής μου ζει, δεν πέθανε, και όλα πάνε καλά. Οι εξετάσεις δε δείχνουν τίποτα απολύτως.

Αυτούς τους μήνες αγωνίας τους μοιράστηκα κι εγώ προσπαθώντας να βοηθήσω. Απευθύνθηκα λοιπόν στη γιατρό Juliane Sacher, στείλαμε τις εξετάσεις και η γιατρός αποφάνθηκε: «Δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα». Μας έστειλε και μια ιστορία, πολύ διδακτκή, που τη μετέφρασα ως εξής:

Η ιστορία της γιατρού Sacher

Μεγάλη αναταραχή στο δάσος. Υπάρχει μια πληροφορία ότι η αρκούδα έχει μια «λίστα θανάτου». Όλα τα ζώα αναριωτιούνται ποιος είναι στη λίστα.

Το πρώτο που παίρνει το θάρρος να πάει στην αρκούδα είναι το ελάφι. Και ρωτάει: «Αρκούδα, σε παρακαλώ πές μου, είμαι κι εγώ στη λίστα σου;» «Ναι», λέει η αρκούδα, «είσαι κι εσύ στη λίστα».

Καταγχωμένο το ελάφι φεύγει και γυρνάει σπίτι του. Και πράγματι, δυο μέρες μετά, το βρίσκουν νεκρό.

Η αγωνία των θαμώνων του δάσους ολοένα και μεγαλώνει και η φήμη κλωθογυρίζει γύρω από την ερώτηση, ποιος είναι στη λίστα, και υποβόσκει...

Ο ελέφαντας, εξαντλώντας τα όρια της αντοχής του, είναι ο επόμενος που πάει στην αρκούδα για να τη ρωτήσει αν είναι κι αυτός στη λίστα. «Ναι», απαντά η αρκούδα, «είσαι κι εσύ στη λίστα».

Καταφοβισμένος φεύγει από την αρκούδα. Κι αυτόν τον βρίσκουν νεκρό δυο μέρες μετά.

Τώρα πανικός εξαπλώνεται γρήγορα παντού στο δάσος.

Μόνο ο λαγός έχει το σθένος ν’ αναζητήσει την αρκούδα.
«Αρκούδα, είμαι κι εγώ στη λίστα;»
«Ναι, είσαι κι εσύ στη λίστα»
«Μπορείς να με σβήσεις από τη λίστα»
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα»


Πρέπει να το πάρουμε χαμπάρι. Η επίσημη ιατρική, όπως εξασκείται σήμερα, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βάζει τους ανθρώπους σε λίστες θανάτου. Είναι στο χέρι μας να βγούμε απ’ αυτές τις λίστες. Χρειάζεται μεγάλη δύναμη, ψυχολογική υποστήριξη ενδεχομένως. Μα πάνω απ’ όλα πρέπει να μη φοβόμαστε το θάνατο. Σ’ αυτό το φόβο μας, πατά η επίσημη ιατρική, αυτόν τον φόβο μας εκμεταλλεύεται –με το αζημίωτο βέβαια. Είναι δύσκολο το ξέρω. Χρειάζεται προετοιμασία. Προετοιμασία που πρέπει να κάνουμε όταν είμαστε υγιείς, να μάθουμε δηλαδή πως να νικήσουμε το φόβο του θανάτου. Για να μη γινόμαστε βορά των ορέξεων κάποιων επιτηδείων, όταν βρεθούμε σε κατάσταση αδυναμίας, που προσπαθούν να πλουτίσουν από κάθε κύτταρο του σώματός μας.

Από τον σκουπιδοτενεκε: DNA


DNA

Για μια χρονική περίοδο, ένα μίλι στο χρόνο, θα βουτήξω στα βάθη της γης, σαν τον ποταμό Γουαδαλκιβίρ –μα είμαι σίγουρος θα ανέβω πάνω ξανά!

S(øren) K(irkegaard)



Οι παγετώνες θα ξανάρθουν
Παγώνοντας αισθήματα κι ανθρώπους
Ολόγυρα σε πληγωμένους τόπους
Σιωπή σιωπή σιωπή...

Τ’ αρχαία νέφη στροβιλίζουν
Αναζητούνται πρόγονοι πατέρες
Τρελό χορό σέρνουν λαμπροί αστέρες
Φλόγα καρδιά φωτιά.

Κι από αστραφτερές εκρήξεις
Το αθάνατο σπείρωμα γεννιέται
Αντιγράφει μεταφράζει πετιέται
Κύμα παλμός ζωή

Ναι. Μες στην απέραντη σιγή
Κάτι σα να αρχίζει να δονείται
Στην άκρη του βάλτου αργοκινείται
Αρχή αρχή αρχή.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ένας χρόνος με τη σύφιλη


Ένας χρόνος έχει περάσει από τότε που διαγνώστηκα και υποβλήθηκα στη θεραπεία για τη σύφιλη. Τότε ήταν που δημοσίευσα και τις σχετικές αναρτήσεις στο ιστολόγιό μου και σύμφωνα με τα στατιστικά που δίνει ο blogger οι αναρτήσεις αυτές συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα: 2.206 κλικ για το Συναγερμός για τη σύφιλη και 778 κλικ για τη Θεραπεία της σύφιλης (τα στοιχεία αφορούν το διάστημα από τον Μάιο του 2010 μέχρι σήμερα ενώ οι αναρτήσεις είναι παλιότερες αλλά δεν υπάρχουν στατιστικά για τότε). Η μεγάλη επισκεψιμότητα δείχνει το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει γι’ αυτό το θέμα και οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη σχετικής ενημέρωσης αλλά και στη ραγδαία εξάπλωση της νόσου. Γι’ αυτό λοιπόν τώρα, ένα χρόνο μετά, θα συγκεντρώσω εδώ κάποια συμπεράσματα από την εμπειρία μου με την ασθένεια προκειμένου να ενημερωθούν οι περισσότεροι.

Για τα συμπτώματα και τη θεραπεία της ασθένειας έχω ήδη πει. Εδώ να προσθέσω ότι η σύφιλη μεταδίδεται στο πρώτο και δεύτερο στάδιό της, ενώ παύει να μεταδίδεται όταν περνά σε λανθάνουσα φάση, καθώς και ένα 24ωρο από την έναρξη της θεραπείας. Η έγκαιρη αντιμετώπιση της ασθένειας στα δυο πρώτα στάδια είναι αυτό που κρίνει και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Αν και η θεραπευτική αγωγή της σύφιλης είναι εύκολη, με αντιβιοτικά, δεν μπορεί κάποιος να την κάνει μόνος του, αλλά πρέπει να απευθυνθεί στα αρμόδια νοσοκομεία. Ο λόγος είναι ότι, μετά την αγωγή, πρέπει να παρακολουθείται η εξέλιξη της νόσου: τον πρώτο χρόνο γίνονται επαναληπτικές εξετάσεις κάθε τρεις μήνες, τον δεύτερο χρόνο κάθε έξι μήνες, τον τρίτο και τέταρτο χρόνο μια φορά το χρόνο. Αν η αγωγή είχε αποτέλεσμα, θα φανεί στη μείωση του ποσοστού του βακτηριδίου που θα διαπιστωνεται κάθε φορά, παρόλ’ αυτά τα τέστ θα πάρουν χρόνια για να βγουν αρνητικά. Τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, δέκα μήνες μετά τη θεραπεία, τα δικά μου τεστ RPR και VDRL βγήκαν αρνητικά, αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία γιατί σε μια επόμενη εξέταση μπορεί να βγουν θετικά ή αρνητικά –παίζεται- αλλά το βασικό είναι ότι η ασθένεια έχει πολύ καλή εξέλιξη στην περίπτωσή μου.

Κλείνοντας, εκείνο που θέλω να τονίσω είναι η ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση της νόσου και για άμεση αντιμετώπιση. Είναι μια σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια -και γι’ αυτό εύκολο να μεταδοθεί- και οι προφυλάξεις στο σεξ δεν πολυωφελούν. Σ’ αυτό το χρόνο, έχω ακούσει ποικίλες ιστορίες με ασθενείς με σύφιλη, κάτι που με έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να είμαστε σε συναγερμό. Όπως η ιστορία με τη μητέρα και το νεογέννητο από τη Χαλκιδική. Αν δεν γίνει έλεγχος για σύφιλη πριν την εγκυμοσύνη και η μητέρα είναι θετική στην ασθένεια, τότε η νόσος περνάει και στο παιδί. Χρειάζεται πολλή προσοχή και εγρήγορση!

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Από τον σκουπιδοτενεκέ: ο S.K., πρώην Δρ. Εκστατικός


Και σας, επίσης, lucida intervalla μου, πρέπει να σας αποχαιρετήσω,
Και σας, σκέψεις μου, φυλακισμένες στο κεφάλι μου,
Δεν μπορώ να σας αφήσω να σουλατσάρετε στη δροσιά του δειλινού.
Μα μην αποθαρρύνεστε,
Μάθετε να γνωρίζετε η μια την άλλη, συσχετιστείτε η μια με την άλλη,
Κι εγώ το δίχως άλλο θα ξεγλιστρώ που και που και θα σας κρυφοκοιτάζω∙
au revoir.

S(øren) K(irkegaard)
τέως Dr. Exstaticus

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ας μιλήσουμε για σινεμά: Τάκης Κανελλόπουλος

«Να μείνουμε στο συνέδριο ή να πάμε στο αφιέρωμα του Φεστιβάλ στον Τάκη Κανελλόπουλο;», ρωτήσαμε την καθηγήτριά μας, φοιτητές ακόμα στη Θεσσαλονίκη, και εκείνη, κινηματογραφόφιλη η ίδια –πασατέμπο, ξηρό καρπό και σκοτεινή αίθουσα-, δε δίστασε καθόλου. «Φυσικά να πάτε στον Κανελλόπουλο. Εμάς μπορείτε να μας ακούσετε κι άλλες φορές, θα μας διαβάσετε και στα πρακτικά, αυτές τις ταινίες όμως που θα τις ξαναδείτε;» Η αλήθεια είναι ότι δεν τις έχω ξαναδεί πουθενά –με εξαίρεση μια δυο στα κρατικά κανάλια. Κι έτσι γνώρισα τον Κανελλόπουλο, έναν αθεράπευτα ρομαντικό, με όλες τις εκφάνσεις του ρομαντισμού: από την αισθαντικότητα της Εκδρομής, στην ευαισθησία της Παρένθεσης και ως το μελό της Σόνιας. Και είναι σκηνές απ’ αυτές τις τρεις ταινίες που φέρνω ζωντανές στη μνήμη μου ακόμη και σήμερα: τα πρόσωπα των τριών ηρώων, το ερωτικό τρίγωνο της Εκδρομής, το τριαντάφυλλο που δέρνει ο αέρας και η βροχή και επανέρχεται ως λάιτ μοτίβ στην Παρένθεση, οι συχνές ερωτικές λιποθυμίες της Σόνιας. Στο youtube κατάφερα να βρώ αποσπάσματα από την Εκδρομή, την Παρένθεση και ολόκληρο τον Ουρανό, την πρώτη του ταινία. Οι άλλες τέσσερις, μεγάλου μήκους, ταινίες του –Η τελευταία άνοιξη, Το χρονικό μιας Κυριακής, Ρομαντικό σημείωμα και Σόνια- αγνούνται. Με τα λογοτεχνικά κείμενα του Κανελλόπουλου, που κάποτε τα είχα, μετά τα χάρισα και τώρα ψάχνω να τα ξαναβρώ -όσα βέβαια δεν είναι εξαντλημένα- θα ασχοληθώ άλλη φορά.







Από τον σκουπιδοτενεκέ: Κρίσιμη πυκνότητα


Κρίσιμη πυκνότητα

Στην αρχή ήταν αυτό που δεν ήταν
και που ποτέ δεν θα είναι τριγύρου.
Είναι το φως κλεψύδρα του απείρου
της απουσίας χνάρι αυτού που ήταν.

Γαλαξίες, δραπέτες του κόσμου
ολοκαύτωμα των άστρων, της ύλης
κατάρρευση, νόμοι της αντιύλης,
φρενίτιδα του πλάνητος κόσμου.

Ωκεανοί που κοχλάζουν λαθραία,
Ήπειροι ταξιδεύουν και πάνε
Το σύμπαν τεντώνει απλώνει πέρα.

Αυτό που είναι ήταν μοιραία
Κι ανάμεσο εσύ κι εγώ – θά ‘ναι
Μια ιδέα ποίησης πλανιέται στον αέρα.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ας μιλήσουμε για τέχνη: Marc Chagall

Να μερικά βιντεάκια που βρήκα στο youtube για τον Marc Chagall (1887-1985). Στα δύο πρώτα γίνεται απεικόνιση της ζωής του Ρώσου καλλιτέχνη με κινούμενα σχέδια εμπνευσμένα από τους πίνακές του. Το τρίτο είναι μια προβολή των σημαντικότερων έργων του σε slides, όπου κανείς μπορεί να διακρίνει τους θεματικούς του άξονες, την αξιοποίηση της εβραϊκής παράδοσης, και όλα αυτά σε μια πανδαισία χρωμάτων. Στο τέταρτο εξιστορείται εικαστικά ο έρωτάς του για την πρώτη του γυναίκα, τη Bella, με αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του. Εξαιρετικά βιντεάκια, υπέροχος Chagall.







Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Από τον σκουπιδοτενεκέ: Robert Desnos, Poèmes à la mysterieuse


















Από τα Poèmes à la mysterieuse

Σ’ έχω ονειρευτεί τόσες φορές
που χάνεις την πραγματικότητά σου
μπορώ ακόμα ν’ αγγίξω αυτό το ζωντανό κορμί
να φιλήσω αυτό το στόμα τη γέννηση
της φωνής που τόσο αγαπώ;
Σ’ έχω ονειρευτεί τόσες φορές
που τα χέρια μου μαθημένα ν’ αγκαλιάζουν τη σκιά σου
και να σταυρώνουν στο στήθος μου δεν τυλίγονταν
στο περίγραμμα του κορμιού σου ίσως.
Και που, μπρος στην πραγματική μορφή αυτού που με κατατρέχει
και με κυβερνά μέρες και χρόνια
θα γινόμουνα σκιά δίχως άλλο,
ω συναισθηματικές ισορροπίες.
Σ’ έχω ονειρευτεί τόσες φορές ώστε, που πια καιρός δίχως άλλο,
να ξυπνήσω. Κοιμάμαι όρθιος το κορμί μου λεία σε όλες τις μορφές της ζωής και
του έρωτα και σε σένα,
τη μόνη που σήμερα μετράς για μένα, μου φαίνεται πιο αδύνατο
ν’ αγγίξω το μέτωπο και τα χείλια σου,
παρά τα πρώτα χείλια και το πρώτο μέτωπο που θά ‘βρισκα τυχαία.
Σ’ έχω ονειρευτεί τόσες φορές
περπάτησα τόσες φορές, μίλησα, πλάγιασα με το φάντασμά σου που δε μου
μένει πια ίσως, κι ωστόσο, παρά να είμαι
φάντασμα ανάμεσα στα φαντάσματα και πιο σκιά εκατό φορές
από σκιά που περιδιαβάζει και θα περιδιαβάζει
χαρούμενα πάνω στο ηλιακό καντράν της δικής σου ζωής.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Από τον σκουπιδοτενεκέ: Απουσία



















Απουσία

Θα ψυχρανθεί, είπε, καθισμένος στη γωνιά του,
τυφλός από τα χρόνια, ο γέροντας, το σύμπαν,
λέω, και μαζί, τ’ άστρα, οι άνθρωποι, τα λόγια, δε θα ‘χουν
σημασία καμιά τον καιρό της Μεγάλης Μοναξιάς.

Σαν τα πουλιά, έλεγε, τα λόγια πετούν, σαν τα πουλιά
κι απλώνουν στον ορίζοντα πέρα, θαρραλέα, δυνατά
και τραγουδούν τα πάθη της Ελένης, τον πό-
λεμο σώμα με σώμα, την νίκη και τον θάνατο.

Κι άλλοτε πάλι τρομαγμένα έρχονται για να πουν
τον άδικο πόνο, την άσκοπη μάχη, γι’ αυτή που
δεν ήταν εκεί, δεν πήγε ποτέ εκεί, πουκάμισο
αδειανό, είδωλο φρικτό του πόθου και της φαντασίας.

. . .

Δε θα μ’ αφήσεις, έλεγες, δεν θα μ’ αφήσεις,
θα μείνουμε πάντα μαζί, με κορμί και ψυχή,
γενναίοι, δυνατοί, με ματιά και μιλιά καθαρή,
ο ένας για τον άλλον, στη ζωή και στο θάνατο.

Νά ‘μαι λοιπόν τώρα εδώ, να κοιτώ μορφές θολές
να περνούν τα πουλιά στον ορίζοντα σημείο μηδέν
γραφή κενή
και να λέω με τρόμο αν ποτέ ήσουν εκεί.

Λόγια πουλιά μαδημένα, κορμιά φαντάσματα
τώρα τις νύχτες μου μετρώ με λατινικά εξάμετρα
του Λουκρητίου: «Δεν μπορούν με το κορμί τους όλο
ο ένας στο σώμα του αλλουνού να μπει και να χωρέσει».

Και μην ακούσω για Αποκάλυψη...

...αν δείτε αυτή την εικόνα στον ουρανό.



Σύμφωνα με τον Dr Brad Carter, Senior Lecturer of Physics στο Πανεπιστήμιο του Νότιου Queensland, αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί το 2012 ή αργότερα (αυτό το αργότερα εκτείνεται από μερικά έως εκατομμύρια χρόνια). Πρόκειται για την έκρηξη του ερυθρού υπεργίγαντα Μπετελγκέζ, η αντίστροφη μέτρηση της οποίας έχει ήδη αρχίσει αφού το άστρο άρχισε να χάνει μάζα.

Ο Μπετελγκέζ (το όνομά του προέρχεται από το αραβικό yad Al Jauza –το χέρι της Γιάουζα, μιας μυστηριώδους γυναίκας που ελέγχει την τάξη του σύμπαντος) είναι το πιο λαμπρό άστρο του Ωρίωνα, το α Ωρίωνα, και βρίσκεται πάνω και αριστερά στο τραπέζιο του αστερισμού, που απέχει από μας 650 ε.φ.



Είναι 13.758 φορές λαμπρότερος από τον Ήλιο μας, 20 φορές μεγαλύτερος στη μάζα και 500 φορές μεγαλύτερος στις διαστάσεις. Αν ο κόκκινος αυτός υπεργίγαντας βρισκόταν στο κέντρο του ηλιακού μας συστήματος, η επιφάνειά του θα ξεπερνούσε την τροχιά της Γης και θα εκτεινόταν μέχρι την τροχιά του Άρη.

Ο Ωρίωνας ανατέλλει το φθινόπωρο, μεσουρανεί το χειμώνα και δύει την άνοιξη. Μπορείτε να τον βρείτε εύκολα, αν κοιτάξετε στο νότιο μέρος του ουρανού, νότια του Ταύρου και μεταξύ αυτού και των Διδύμων, αυτή την εποχή.



Εκτείνεται πάνω και κάτω από τον Ισημερινό, βόρεια του Λαγωού, ανατολικά του Μονόκερω και δυτικά του Ηριδανού. Μέσα στο φανταστικό τραπέζιο, που σχηματίζουν τα άστρα του α, γ, β, και κ, βρίσκονται σε ευθεία γραμμή 3 άστρα δευτέρου μεγέθους, τα δ, ε και ζ, που αποτελούν τη ζώνη του Ωρίωνα. (Οι πληροφορίες από το βιβλίο των Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη, Τα άστρα και οι μύθοι τους. Εισαγωγή στην ουρανογραφία, εκδ. Δίαυλος)



Το τεράστιο μέγεθος του Μπετελγκεζ εξηγεί και τη δύναμη της έκρηξης που θα συμβεί, δεκάδες εκατομμύρια φορές λαμπρότερη από τον Ήλιο μας. Γι’ αυτό, αν και μακριά, θα δούμε το αστέρι στον ουρανό μας ως δεύτερο ήλιο για μερικές εβδομάδες, κάτι που θα κάνει τη νύχτα μέρα για το ίδιο χρονικό διάστημα.



Καμιά καταστροφή όμως δεν θα προκληθεί. Ίσα ίσα, ο υπερκαινοφανής θα παράσχει στοιχεία απαραίτητα για την επιβίωση και τη συνέχιση της ζωής στη Γή. Όπως τονίζει ο Dr Brad Carter, μια βροχή από μικροσκοπικά σωματίδια, που ονομάζονται νετρίνα, θα διαπεράσει τα σώματά μας και ολόκληρη τη Γη, μεταφέροντας το 99% της ενέργειας του υπερκαινοφανούς. Και μας υπενθυμίζει ότι η Γη και το σύμπαν στο σύνολό τους έχουν φτιαχτεί από τέτοια αστρική ύλη, που περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα βαριά στοιχεία του Περιοδικού Πίνακα.

Διαβάστε περισσότερα εδώ

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Η κατά Μάρκον ηθική του δράματος και 3 ½ στίχοι από χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη.

Στην αρχή οι τραγωδίες δημιουργήθηκαν για να υπενθυμίζουν γεγονότα που συμβαίνουν, κι ότι είναι στη φύση τους να συμβαίνουν∙ κι αυτά που σας ψυχαγωγούν όταν διαδραματίζονται επί σκηνής να μη σας συνθλίβουν όταν διαδραματίζονται στη μεγάλη σκηνή του κόσμου. Γιατί το βλέπετε πως αυτή πρέπει νά ‘ναι η εξέλιξη, και πως ακόμη κι αυτοί που αφήνουν την κραυγή «Αχ, Κιθαιρώνα!», μπορούν να τα υπομένουν. Και κάποιες φράσεις των δραματουργών είναι πολύ χρήσιμες –προπάντων εκείνο το

Κι αν οι θεοί εγκατέλειψαν εμέ και τα παιδιά μου
υπάρχει λόγος και γι’ αυτό

εἰ δ’ ἠμελήθην ἐκ θεῶν καὶ παῖδ’ ἐμώ
ἔχει λόγον καὶ τοῦτο∙

(Ευριπίδου, Αντιόπη)


ή πάλι

Με τα πράγματα να μη θυμώνεις

τοῖς πράγμασιν γὰρ οὐχὶ θυμοῦσθαι <χρεών>

(Ευριπίδου, Βελλεροφόντης)


και

Θερίζεται η ζωή σαν το καρπερό το στάχυ

βίον θερίζειν ὤστε κάρπιμον στάχυν∙

(Ευριπίδου, Υψιπύλη)


και τα παρόμοια.

Μετά την Τραγωδία βγήκε η Αρχαία Κωμωδία, που με την διδακτική ελευθεροστομία και την ευθύτητά της δεν ήταν διόλου ανώφελη καθώς μας υπενθύμιζε να μην είμαστε αλαζόνες. Και ο Διογένης τέτοια γλώσσα χρησιμοποιούσε, για παρόμοιους λόγους. Τώρα, τι λογής πράγμα ήταν η Μέση Κωμωδία, και για ποιο λόγο πήρε τη σκυτάλη η Νέα Κωμωδία, που σιγά σιγά ξέπεσε σε μια καλλιτεχνία της μίμησης, είναι προς μελέτη. Αναγνωρίζω ότι λένε κι αυτές κάποια χρήσιμα πράγματα, αλλά όλη η θεματολογία στην οποία προσηλώνεται αυτή η ποίηση και δραματουργία, τελοσπάντων σε τι αποβλέπει;


Και ο τελευταίος συλλογισμός, η κατακλείδα του έργου:

Άνθρωπέ μου, υπήρξες πολίτης στη μεγάλη ετούτη πόλη. Ποια η διαφορά, αν ήταν για πέντε ή για πενήντα χρόνια; Οι νόμοι της ίσχυαν για όλους το ίδιο. Πού το φοβερό, λοιπόν, αν από την πόλη ετούτη δεν σε διώχνει κάποιος τύραννος ή ένας άδικος δικαστής, αλλά η Φύση που σε έφερε εδώ; Είναι σαν να απολύει έναν κωμικό ηθοποιό ο διευθυντής που τον προσέλαβε. «Ναι, αλλά δεν έπαιξα και στα πέντε μέρη, μα μόνο στα τρία.» «Καλά λες. Όμως στη ζωή, τα τρία μέρη είναι όλο κι όλο το δράμα.» Όσο για το πότε ολοκληρώνεται, αυτό το καθορίζει ο αίτιος της σύνθεσης και τώρα της διάλυσης. Εσύ δεν είσαι αίτιος για κανένα από τα δυο. Φύγε λοιπόν με καλοσυνάτο τρόπο, γιατί καλοσυνάτος είναι κι αυτός που σε απολύει.

Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης (εκδ. Θύραθεν 2008).

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Ο Δεκάλογος του Μάρκου, ή Τα 9+1 δώρα των Μουσών και του Απόλλωνα.

Προβληματιζόμουν για το πως θα παρουσίαζα ένα από τα πιο αγαπημένα μου κείμενα, Τα εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου, το αιώνιο ευαγγέλιο όπως το χαρακτήρισε ο Ρενάν. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας του έργου, σκέψεις του αυτοκράτορα όταν καταλάγιαζε η μάχη, με έφερνε σε αμηχανία γιατί δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω. Αποφάσισα λοιπόν να απαρουσιάσω κάποια θέματα που καλύπτουν έναν ή περισσότερους συλλογισμούς, κι έτσι εγκαινιάζω στο ιστολόγιο μου την καινούρια θεματική ενότητα Εκ του κατά Μάρκον. Από τη μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη (εκδ. Θύραθεν 2008).

Πρώτα πρώτα, ποια είναι η σχέση μου μ’ αυτούς∙ και πως όλοι έχουμε γεννηθεί ο ένας για χάρη του άλλου∙ και κατά δεύτερο λόγο, ειδικά εγώ, έλαχε να μπω μπροστάρης τους, όπως το κριάρι στο κοπάδι ή ο ταύρος στην αγέλη. Ξεκίνα να προσεγγίζεις το ζήτημα από την εξής αρχή: Αν δεν ισχύει η ατομική φυσική θεωρία, τότε η Φύση είναι η δύναμη που διοικεί τα πάντα. Κι αν είναι έτσι, αυτό σημαίνει πως τα χειρότερα υπάρχουν για χάρη των ανώτερων∙ και τα ανώτερα, το ένα για χάρη του άλλου.

Δεύτερο: φέρε με το νου σου, το πως είναι τούτοι οι άνθρωποι στο τραπέζι, πως είναι στο κρεβάτι και στην υπόλοιπη ζωή τους. Κυρίως, σε τι πράξεις τούς υποχρεώνουν οι ίδιες οι ιδέες και αρχές τους –και με τι έπαρση δρουν.

Τρίτο: αναλογίσου ότι αν οι πράξεις τους είναι σωστές, εσύ δεν πρέπει να δυσανασχετείς. Αν όμως πέφτουν σε σφάλματα, είναι προφανές ότι δρουν εν αγνοία τους και αθέλητα. Γιατί κάθε ψυχή στερείται την αλήθεια χωρίς την θέλησή της∙ με τον ίδιο τρόπο, χωρίς την θέλησή της στερείται τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει το καθετί σύμφωνα με την αξία του. Επομένως, στενοχωριούνται ν’ ακούν πως είναι άδικοι, αγνώμονες και πλεονέκτες ή, μ’ ένα λόγο, αμαρτητικοί περί τους πλησίον.

Τέταρτο: αναλογίσου ότι και συ πέφτεις σε πολλά σφάλματα κι είσαι άλλος ένας σαν κι αυτούς. Κάποια σφάλματα μπορεί να μην τα κάνεις, έχεις όμως μια κλίση και προς αυτά –έστω κι αν μένεις μακριά από δειλία ή ματαιοδοξία ή κάποιο παρόμοιο ελάττωμα.

Πέμπτο: σκέψου ότι δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά αν όντως αμαρτάνουν. Γιατί πολλές πράξεις γίνονται σύμφωνα με την οικονομία του κόσμου, και σε γενικές γραμμές πολλά πρέπει προηγουμένως να καταλάβει κανείς, ώστε να αποφαίνεται για τις πράξεις των άλλων ως κάποιος που κατέχει τα πράγματα σε βάθος.

Έκτο: Όταν σε πιάνει μεγάλη αγανάκτηση ή θλίψη, αναλογίσου ότι η ανθρώπινη ζωή είναι μια στιγμή, και ότι ύστερα από λίγο όλοι μας θα κειτόμαστε νεκροί.

Έβδομο: δεν είναι οι πράξεις τους που μ’ ενοχλούν∙ γιατί αυτές βρισκονται μέσα στο δικό τους ηγεμονικό∙ αυτό που με κάνει να ενοχλούμαι είναι οι δικές μου πεποιθήσεις. Ξεφορώσου τες, λοιπόν, και παράτα με τη θέλησή σου την κριτική ενάντια σε πράξεις που τις βρίσκεις φοβερές, και πάει, έφυγε η οργή. Πώς θα τις ξεφορτωθείς; Αν λογαριάσεις ότι η πράξη του άλλου δεν είναι ντροπή δική σου∙ βλέπεις, αν δεν είναι κακό μόνον ό,τι ντροπιάζει, τότε σίγουρα πέφτεις κι εσύ σε πολλά σφάλματα, και ληστής γίνεσαι και ικανός για όλα.

Όγδοο: σκέψου πόσο πιο ανυπόφορη είναι η οργή και η θλίψη για τέτοια πράγματα που μας εξοργίζουν και μας θλίβουν.

Ένατο: σκέψου ότι η καλοσύνη είναι ανίκητη, αν είναι γνήσια κι όχι βεβιασμένο χαμόγελο ή υποκρισία.Τι μπορεί να σου κάνει ακόμη κι ο πιο αλαζονικός άνθρωπος, αν παραμένεις καλοσυνάτος απέναντί του και, σε περίπτωση που σου δοθεί η ευκαιρία, τον συμβουλεύεις με πραότητα και προσπαθείς ήσυχα να τον μεταπείσεις την ώρα που πάει να σου κάνει κακό: «Μη, παιδί μου,. Για άλλα πράγματα έχουμε γεννηθεί. Εγώ δεν θα πάθω κακό∙ εσύ θα κάνεις κακό στον εαυτό σου, παιδί μου». Και να του δείχνεις με λεπτότητα ότι γενικά έτσι έχουν τα πράγματα, ότι ούτε οι μέλισσες δεν το κάνουν αυτό μήτε τα άλλα ζώα που ζουν κατά αγέλες. Χωρίς ειρωνεία, χωρίς να τον προσβάλεις, παρά με στοργή και δίχως πίκρα στην ψυχή∙ όχι σα δάσκαλος ούτε για να σε θαυμάσουν οι γύρω∙ αλλά σα νά ‘σασταν μόνοι οι δυο σας, κι ας είναι κι άλλοι μπροστά.

Αυτούς τους εννέα κανόνες κράτα τους στο μυαλό, θεώρησέ τους δώρα που σου έχουν χαρίσει οι Μούσες και αρχίνα επιτέλους να είσαι άνθρωπος εφ’ όρου ζωής. Και να προσέχεις: όχι μόνον να μην οργίζεσαι με τους άλλους μα και να μην τους κολακεύεις, γιατί και οι δύο στάσεις είναι αντικοινωνικές και επιβλαβείς. Όταν σε πιάνει οργή, αμέσως να σκέφτεσαι ότι ο θυμός δεν είναι ανδρεία. Και ότι η πραότητα όχι μόνο είναι πιο ανθρώπινη μα και πιο αντρίκια στάση∙ και όποιος την έχει, ταυτόχρονα έχει και δύναμη και νεύρο και αντρειοσύνη. Όχι όποιος αγανακτεί και δυσανασχετεί. Γιατί όσο πιο απαθής είσαι, τόσο περισσότερη δύναμη έχεις. Η οργή, όπως κι η λύπη, είναι ένδειξη αδυναμίας: και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος έχει πληγωθεί και έχει ενδώσει.

Αν θες τώρα, πάρε και ένα δέκατο δώρο από τον Μουσηγέτη Απόλλωνα: το να έχεις την αξίωση να μην αμαρτάνουν οι φαύλοι, είναι τρέλα, γιατί ζητάς κάτι αδύνατο. Όμως το να τους επιτρέπεις να είναι όπως είναι απέναντι στους άλλους, και συγχρόνως να έχεις την αξίωση να είναι εντάξει με σένα, είναι αναισθησία και δεσποτισμός.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Πειρατικός FM: Το κλάμα του εμιγκράντου

Αφιερωμένο σ' όλους τους μετανάστες, όπου γης, από την Κάτω Ιταλία που ξέρει καλά απ' αυτά...



Μεταγραφή στο δυτικό ελληνικό αλφάβητο:

Ória-mu rondinéda
Apùten ste tse stádji
Pléa tálassa se guádji
Me tutó kaló tseró?

Áspro vastá to péto
Mávre vastá tes ále
O stavrí kolór di mare
Me ti kùda plio niftí.

Arótissa ti mána-mu
Tin pléon agapiméni
Éxi tósso ka me méni
Puru na ‘xi na me di.

Arótissa to tsuri-mu
Tse s’ óli ti getonía
Tse an íxe omilía
Póssa íxe na mu pi.

Kaídjo ambró sti tálassa
Pánta sséna kanonó
Plión gérni plión kaléi
Plión egídji to neró.

Μεταγραφή στο μητροπολιτικό ελληνικό αλφάβητο:

Ώρ(α)ια μου ροντινέντα
Από πούθεν στε και στάτζει
Π(λ)οία θάλασσα σε βγ(κου)ά(τ)ζει
Με τούτο καλό καιρό;

Άσπρο βαστά το πέτο
Μαύρες βαστά τες άλε
Ο σταυρή κολόρ ντι μάρε
Με τη κούντα π(λ)ιο (α)νοιχτή.

Ερώτησα τη μάνα μου
Την πλέον αγαπημένη
Έχει τόσο κα με μένει
Πούρου να ‘χει να με δει.

Ερώτησα το κύρη μου
Και σ’ όλη τη γε(ι)τονία
Και αν είχε ομιλία
Πόσα είχε να μου πει.

Κα(θ)ίζω εμπρός στη θάλασσα
Πάντα σένα κανονώ
Π(λ)oιόν γέρνει π(λ)oιόν καλεί
Π(λ)oιόν αγγίζει το νερό.

Νεοελληνική απόδοση:

Ωραίο μου χελιδονάκι
Από πού είσαι και φτάνεις
Ποια θάλασσα σε βγάζει
Με τούτο τον καλό καιρό;

Άσπρο έχεις το στήθος
Μαύρες έχεις τις φτερούγες
Τη ράχη στο χρώμα της θαλάσσης
Με την ουρά πιο ανοιχτή.

Ρώτησα για τη μάνα μου
Την πιο αγαπημένη
Έχει τόσο που με περιμένει
Αν και έχει χρόνο να με δει.

Ρώτησα για τον κύρη μου
Κι για όλη την γειτονιά
Κι αν είχε μιλιά
Θα είχε τόσα να πει.

Κάθομαι μπροστά στη θάλασσα
Πάντα κοιτάζω εσένα
Ποιον γυρνάει ποιον φωνάζει
Ποιον αγγίζει το νερό.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Από το Ημερολόγιο της Ρώμης: σύνορα, τείχη και φράχτες



«Ως εδώ!» είπε ο Αύγουστος. «Δεν είναι άνθρωποι αυτοί οι Γερμανοί. Δεν τους αξίζει ούτε καν να κατακτηθούν». Το σοκ βέβαια ήταν μεγάλο για τους Ρωμαίους. Τρεις λεγεώνες τους παγίδευσαν και κατέσφαξαν στον Τευτοβούργειο Δρυμό οι Γερμανοί. Στρατιώτες, οι γυναίκες και τα παιδιά τους, άλογα, ένα κουβάρι αίματα μέσα στο βάλτο. «Τα σύνορα της Αυτοκρατορίας θα τα ορίζουν από δω και στο εξής οι θάλασσες και τα ποτάμια, ο μεγάλος ωκεανός, ο Ρήνος και ο Δούναβης, ο Τίγρης κι ο Εφράτης και οι έρημοι της Αφρικής». Κι έτσι έπαψαν οι Ρωμαίοι να κατακτούν και να ενσωματώνουν νέους λαούς, αποκλείοντάς τους μ’ αυτό τον τρόπο από τα αγαθά που οι ίδιοι απολάμβαναν. Ύψωσαν και τείχη στην ξηρά, το τείχος του Αδριανού στη Βρετανία και έναν φράχτη, μια σειρά από οχυρά κατά μήκος του χερσαίου τμήματος ανάμεσα στο Ρήνο και τον Δούναβη∙ limes την ονόμασαν. Είναι κι αυτό μια στάσις∙ νιώθεται.

Και τα οχυρά άντεχαν και κρατούσαν τους ξένους μακριά, όσο το κράτος ήταν πλούσιο και μπορούσε να συντηρεί έναν αξιόμαχο στρατό, όσο οι πολίτες θεωρούσαν τιμή τους να πολεμούν, όσο οι κοινωνικές διαφορές εξομαλύνονταν και αποφεύγονταν οι εσωτερικές συγκρούσεις. Μα ήρθαν δίσεκτοι καιροί. Το κράτος δεν είχε πια πόρους, η ευμάρεια και η γαλήνη έκανε μαλθακούς τους ανθρώπους, έκοβαν τον αντίχειρα των αγοριών για να μην μπορούν να κρατούν σπαθί και να πολεμούν, οι ταξικές συγκρούσεις ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και οι ξένοι μαζεύονταν όλο και περισσότεροι έξω από τα τείχη και τους φράχτες. Εξαθλιωμένοι, κυνηγημένοι, πεινασμένοι ζητούσαν λίγη από την ευτυχία των Ρωμαίων, αλλά αυτοί τους την αρνούνταν, μένοντας πιστοί στον Αύγουστο. «Κανένα έλεος προς τους Γερμανούς». Όμως, ποιος φράχτης και ποιος τοίχος μπορεί να συγκρατήσει τους θυμωμένους και πεινασμένους;

Και οι Ρωμαίοι αναγκάζονταν σιγά σιγά να υποχωρούν. Το 367 εγκατέλειψαν το βόρειο τείχος. Το 376 δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τους Γότθους πέρα από τον Δούναβη. Αρκετά νωρις είχαν φύγει από το limes. O μόνος που άντεχε ήταν ο Ρήνος. Αλλά για πόσο ακόμα; Κι όλο μαζεύονταν στην αντίπερα όχθη οι εξαθλιωμένοι Γερμανοί: Μαρκομάνοι, Φράγκοι, Κουάδοι, Αλανοί, Αλαμανοί, Βουργουνδοί, Βανδαλοι, Σάξονες και άλλοι πολλοί ων ουκ έστι αριθμός. Οι λίγοι Ρωμαίοι στρατιώτες, πιστοί στον Αύγουστο, εξακολουθούσαν να τους κρατούν μακριά. Τους βοηθούσε και το μεγάλο ποτάμι. Πολλοί πνίγονταν στην προσπάθειά τους να περάσουν απέναντι, άλλους τους σκότωναν οι Ρωμαίοι μες στο νερό. Αλλά η καταστροφή δεν ήταν μακριά. Εκείνη τη χρονιά, Δεκέμβρης του 406, βαρύς χειμώνας είχε πέσει στη Δυτική Ευρώπη. Συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά. Και το ποτάμι άρχισε να παγώνει τη ροή του προς το νότο και την Πρωτοχρονιά του 407 πάγωσε τελείως. Ο δρόμος πια ήταν ανοιχτός για τους εξαθλιωμένους. Ξεχύθηκαν και ερήμωσαν τη Γαλατία. Ούτε η περιλάλητη για τα τείχη της Αυγούστα Τρεβήρων μπόρεσε να αντέξει. Και συνέχισαν προς την Ισπανία, πέρασαν το Γιβραλτάρ, κατέλαβαν τις πλούσιες αφρικανικές επαρχίες, λεηλάτησαν και έκαψαν την ίδια τη Ρώμη, το καύχημα της Αυτοκρατορίας.

Τελικά, ο Αύγουστος έκανε λάθος. Έπρεπε να ενσωματώσει τους Γερμανούς. Οι Ρωμαίοι έπρεπε να μοιραστούν τα αγαθά τους με τους ξένους, αλλιώς θα τα έχαναν με τη βία, όπως και τα έχασαν χάνοντας μαζί και τη ζωή τους και τον υψηλό πολιτισμό τους. Αν δεν σας αρέσει να διαβάζετε ιστορία –πράγμα πολύ κακό γιατί θα αναγκαστείτε να την ξαναζήσετε ως φάρσα- μπορείτε να γνωρίσετε με πιο εύπεπτο τρόπο τα γεγονότα εκείνης της εποχής μέσα από το συγκλονιστικό ιστορικό μυθιστόρημα του Wallace Breem, Ο αετός στο χιόνι (εκδ. Θύραθεν 2005). Κάντε το. Η άγνοια και η αμάθεια είναι επικίνδυνη.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Πειρατικός FM: Λαριλό λαριλό λαλέρο... Πολλές Kaliniftes

Συνεχίζω την περιπλάνησή μου στη γλώσσα και στη μουσική της Μεγάλης Ελλάδας. Σειρά έχει τώρα ένα θρυλικό, πολυτραγουδισμένο κομμάτι -παραγματικά δεν ήξερα ποια εκτέλεση να πρωτοδιαλέξω... και έβαλα πολλές. Μία σαλεντιανή, από το ιταλικό συγκρότημα Ghetonia, μία καλαβρέζικη, αρκετά διαφορετική γλωσσικά τουλάχιστον, από το ελληνικό συγκρότημα Encardia, κανά δυο έντεχνες, από τον Daniele Sepe και φυσικά δε θα μπορούσα να παραλείψω τη Μελίνα Τανάγρη. Πρόσθεσα ακόμα μια που έχει μια επιπλέον στροφή που δεν έχουν οι άλλες. Το τραγούδι θυμίζει τα παρακλαυσίθυρα της αρχαίας Ελλάδας, όπου ο εραστής ξενυχτάει έξω από το σπίτι της αγαπημένης του, που δεν του ανοίγει την πόρτα, και εναποθέτει στο κατώφλι της το στεφάνι που φορούσε στη γιορτή που μόλις τελείωσε...

Και κάτι για τη μεταγραφή που με παιδεύει αρκετά, καθώς δε διαθέτω γραπτό κείμενο, αλλά κρίνω μόνο απ' αυτά που ακούω, προσφεύγοντας στις γνώσεις μου της ιταλικής, νεοελληνικής και αρχαιοελληνικής γλώσσας, και απ' αυτά που μπορώ να επιβεβαιώσω στο Γκρίκο-Νεοελληνικό-Ιταλικό λεξικό του Antonio Greco (εκδ. Νέα Θέσις 2003). Ενδεχομένως να ύπάρχουν και παρανοήσεις. Όσο για τον όρο Μεγάλη Ελλάδα, τον χρησιμοποιώ αυστηρά με την αρχαιοελληνική γεωγραφική του σημασία -η νεοελληνική εθνικιστική του σημασία θάφτηκε απαξ και δια παντός το 1922! Kalinifta!
















Μεταγραφή στο δυτικό ελληνικό αλφάβητο:

Ti en glitséa tùsi nífta ti en ória
C' evó e plóno penséonta se séna
C’ edù ‘mpi sti fenéstra-su agápi-mu
Tis kardiá-mu su nífto ti péna.

Evó pánta se séna penséo
Jatí séna fsixí-mu gapó
Tse pu páo pu sírno pu steo
Sti kardiá mu pánta séna vastó.

[C'esu mai de m'agapise oria-mou
Esu ponise mai pu se mena
mai tsi t'oria axili-su emen' en fise
'na mu pi loja agapi vloimena.]

Kalinífta se fíno tse feo
Pláia su ‘tí vó pírta prikó
Tse pu pao pu sírno pu steo
Sti kardiá mu pánta séna vastó.

Μεταγραφή στο μητροπολιτικό ελληνικό αλφάβητο:

Τι εν γλυκέα τούτη η νύχτα τι εν ώρ(α)ια
Και εγώ (δ)ε(ν) (α)πλώνω πενσέοντα σε σένα
Κι’ εδώ (α)μφί στη φενέστρα σου αγάπη μου
Της καρδιάς μου σου (α)νοίχτω τη πένα.

Εγώ πάντα σε σένα πενσέω
Γιατί σένα ψυχή μου (α)γαπώ
Και (ο)που πάω (ο)που σύρνω (όπου) στέω
Στη καρδιά μου πάντα σένα βαστώ.

[Και εσύ μάι δε μ' αγάπησες ώρ(α)ια μου
Εσύ πόνησες μάι που σε μένα
Μάι τση τ' ώρ(α)ια χείλη σου εμέν' (δ)εν (α)φησε
(ι)να μου πει λόγια αγάπης βλογημένα.]

Καληνύχτα σε (α)φήνω και φέ(υγ)ω
Πλά(γ)ια (ε)συ ‘τι (ε)γώ πίρτα πικρό
Και (ο)που πάω (ο)που σύρνω (ό)που στέω
Στη καρδιά μου πάντα σένα βαστώ.

Νεοελληνική απόδοση:

Τι γλυκειά ειν’ τούτη η νύχτα τι ωραία είναι
Και εγώ δεν κοιμάμαι γιατί σκέφτομαι εσένα
Κι εδώ πίσω απ’ το παράθυρό σου αγάπη μου
Της καρδιάς μου σου ανοίγω τα φτερά.

Εγώ πάντα σκέφτομαι εσένα
Γιατί εσένα ψυχή μου αγαπώ
Κι όπου πάω όπου γυρνώ κι όπου σταθώ
Στην καρδιά πάντα εσένα κρατώ.

[Κι εσύ ποτέ δεν μ' αγάπησες, ωραία μου
Εσύ ποτέ δεν με πόνεσες
Ποτέ τα ωραία σου χείλη δεν άφησαν
Να μου πουν λόγια αγάπης ευλογημένα.]

Καληνύχτα σ’ αφήνω και πάω
Πλάγιασε εσύ γιατί εγώ φεύγω πικραμένος
Κι όπου πάω όπου γυρνώ κι όπου σταθώ
Στην καρδιά πάντα εσένα κρατώ.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Ένας αρχαίος μπλόγκερ


Κάποιος θα μπορούσε να παραλληλίσει τον Ηρόδοτο –γιατί περί αυτού πρόκειται- με έναν σημερινό μπλόγκερ παρασυρμένος από μια, επιπόλαια στην αρχή, αποδεδειγμένα εσφαλμένη εκ των υστέρων, άποψη περί επαγγελματικής δεοντολογίας ή επιστημονικής ακρίβειας όσον αφορά στην καταγραφή και μετάδοση των γεγονότων. Είναι ήδη γνωστή από την αρχαιότητα η δυσπιστία για την αξιοπιστία των δεδομένων της ηροδότειας ιστορίας, κατά πόσο δηλαδή ο ιστορικός είχε ελέγξει επαρκώς τις πηγές και τις πληροφορίες πριν τις καταγράψει ως ιστορικά γεγονότα• η διάνθηση δε της ιστορικής αφήγησης με χρησμούς, όνειρα και φαντάσματα καθώς και η παρουσίαση μύθων και θρύλων ως ρυθμιστικών παραγόντων της ιστορίας τού προσέδωσαν και το χαρακτηρισμό του παραμυθά. Με τον ίδιο τρόπο επικρίνεται σήμερα η προθυμία και η βιασύνη των σύγχρονων μπλόγκερς να μεταδώσουν ειδήσεις ως τετελεσμένα γεγονότα, χωρίς να διασταυρώσουν και να ελέγξουν τις πηγές τους όπως θα έκανε ο κάθε ευσυνείδητος και έντιμος δημοσιογράφος του καιρού μας.

Τέτοιες αιτιάσεις, για ανευθυνότητα ή παραπλάνηση του αναγνωστικού κοινού, μπορούν να διατυπωθούν ανεπιφύλακτα και προς τους δυο –προς τον Ηρόδοτο και τους σημερινούς μπλόγκερς- από το βάθρο της επιστημονικής ιστορίας από τη μια μεριά, και της επίσημης δημοσιογραφίας από την άλλη –και ως ένα βαθμό είναι θεμιτό, όταν τα κριτήριά μας για την παρουσίαση του ιστορικού γίγνεσθαι είναι η πιστότητα και η αμεροληψία. Στόχος μου εδώ δεν είναι να υπονομεύσω τις δυνατότητες μιας αντικειμενικής έκθεσης των γεγονότων -στην οποία δεν πιστεύω μια και η παραμικρή δυνατότητα επιλογής από μια πληθώρα πηγών και μαρτυριών υποκρύπτει μια εκ των προτέρων ιδεολογική τοποθέτηση αρκετή για να διαστρέψει την αντικειμενική έκθεση σε μια ακόμα ερμηνευτική προσέγγιση- αλλά να παρουσιάσω κάποιες άλλες ποιότητες του ηροδότειου έργου, ώστε να ανακαλύψουμε και την ποιότητα των σημερινών μπλόγκερς• και αντιστρόφως, με αυτή την αποδεδειγμένη ποιότητα των σημερινών μπλόγκερς να απονείμουμε στον Ηρόδοτο τον τίτλο του αρχαίου έλληνα μπλόγκερ.

Διαβάστε περισσότερα

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Πειρατικός FM: Τα κάτω-ιταλικά (ή οτραντο-μποβέζικα)

Αναζωπυρώθηκε -έτσι χωρίς λόγο, απλώς για να ξεμιζεριάσω- το ενδιαφέρον μου για μια από τις τέσσερις –αν ακολουθήσουμε τον επίσημο διαχωρισμό σε ποντιακά, καππαδοκικά, τσακώνικα και κατω-ιταλικά- νεοελληνικές διαλέκτους: την κατω-ιταλική ή αλλιώς οτραντο-μποβέζικη όπως τη μάθαμε, για να ορίσουμε γεωγραφικά τα δύο άκρα, το Ότραντο, στο Σαλέντο (το τακούνι της ιταλικής μπότας) και την Bova (Vùa), στην Καλαβρία (τη μύτη της μπότας). 40.000 άνθρωποι τη μιλούν στα 9+2 χωριά της Grecia Salentina και μόλις 9000 άνθρωποι στα 9 χωριά της Καλαβρίας, με αρκετές διαφορές στην ομιλία, μια που τα δυο μέρη απέχουν μεταξύ τους πάνω από 500 χιλιόμετρα.

Παρακάτω έχω μεταγράψει στο δυτικό ελληνικό αλφάβητο το τραγούδι Andra-mu pái (Έφυγε ο άντρας μου), το οποίο παραθέτω τραγουδισμένο από την έξοχη Μαρία Φαραντούρη.



Télona briakeftóna mi penséfso
Na kláfso tsena geláso télo arte vrái
Ma malirádja evó ena cantalíso
Sto féggo ena fonátso andra-mu pái.

Tsántropi-ste mas pane tse tarássune
rti kaliùs torùme-tus s-ena krónu
Edu e zoΐ ma, edu e zoΐ Kristé-mu,
Mas pái tse sti Djermánia kléonta ma póno

-Táta jatí ena pái, pe-ma jatí?
-Jatí edu enne zoΐ mará pedía
U tekùnti polemá tsidróni
Na lipariássi u siniùru-mu ti fatía.

Stéko ti bánda tse stéko edu sono
Stéo tu massádje-ste penséo sto tréno
Penséo sto skotinó tse sti miniéra
pu polemónta etsi peténi u géno.

Αν και αυθαίρετα, να πως θα το μεταγράφαμε στο μητροπολιτικό ελληνικό αλφάβητο:

Θέλω (ι)να μπριακεφτώ (ι)να μη πενσεύσω
(Ι)να κλαύσω και (ι)να γελάσω θέλω άρτι βράδυ
Με μαλιράτζα εγώ ινά κανταλήσω
Στο φέγγο ινά φωνάξω άντρα μου πάει.

Κι άνθρωποι σας μας πάνε και ταράσσουνε
(ι)να ‘ρθει καλιούς θωρούμε τους σ’ ένα χρόνο
Εδώ η ζωή, εδώ η ζωή Χριστέ μου
Μας πάει και στη Γερμανία κλαίοντα με πόνο.

-Τάτα γιατί ινά πάει, πε μας γιατί;
-Γιατί εδώ δεν είναι ζωή μαρά παιδία
Ο τεκούντη πολεμά κι’ ιδρώνει
(Ι)να λιπαριάσει ο σινιούρου μου τη φατία.

Στέκω τη μπάντα και στέκω εδώ σόνο
Στέω το μασάτζε-σας πενσέω στο τρένο
Πενσέω στο σκοτεινό και στη μινιέρα
(Ο)πού πολεμόντα εκεί πεθαίνει ο γένο.

Και να μια απόπειρα απόδοσης στην Κοινή Νεοελληνική:

Θέλω να μεθύσω να μη σκέφτομαι
Να κλάψω και να γελάσω θέλω αυτό το βράδυ
Με οργή εγώ να τραγουδήσω
Στο φεγγάρι να φωνάξω ο άντρας μου πάει.

Κι οι άνθρωποί σας πάνε μας έφυγαν
Με το καλό θα τους δούμε σ’ ένα χρόνο
Εδώ η ζωή, εδώ η ζωή Χριστέ μου
Μας έφυγε στη Γερμανία κλαίγοντας με πόνο.

-Ο μπαμπάς γιατί έφυγε, πες μας γιατί;
-Γιατί εδώ δεν είναι πια ζωή, μικρά μου.
Ο πατέρας θα δουλεύει και θα ιδρώνει
Για να παχαίνει το αφεντικό.

Εδώ στην παρέα στον ύπνο εδώ
Περιμένω γράμμα σκέφτομαι το τρένο
Σκέφτομαι το σκοτάδι και τ’ ορυχείο
Όπου δουλεύοντας πεθαίνει ο γονιός.

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Αγαπημένοι συγγραφείς: Ε.Χ. Γονατάς, ο κρυπτικός

Για την αποκρυπτογράφηση του φετινού πρωτοχρονιάτικου κειμένου παραθέτω εδώ το τελευταίο αφήγημα από την Κρύπτη του Ε.Χ. Γονατά (εκδ. στιγμή 1991).


Το είδωλο


Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανιωμένη, στα περιβόλια πίσω από τις μουσμουλιές, ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του και ξεχύνεται στο δάσος. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχθρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά.

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Αλλοίνομο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκανδάλη.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ αλλιώτικο βλέμμα.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ‘χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαρακτηριστικά που είναι αντικρύ του;

Όχι, δεν κάνει λάθος.

Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράγματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;


. . .

Κανονικά εδώ θα έπρεπε να ακολουθήσει η αριστουργηματική Προετοιμασία, ένα κείμενο τόσο μικρό που δε μου πάει να το κόψω μα και τόσο μεγάλο που δε μπορώ να παραθέσω ολόκληρο εδώ. Παραπέμπω λοιπόν τον φιλέρευνο αναγνώστη στην εκδομένη του μορφή: εκδ. στιγμή 1991.


O νέος ε(νι)αυτός: Χαρούμενος κι ευτυχισμένος!

Ξημέρωμα μιας μέρας που ακολουθεί μια νύχτα κρίσης όπου τα πάνω ήρθαν κάτω. Τη νέα μέρα η ζωή ξαναπαίρνει τον κανονικό της ρυθμό αλλά η διάθεση έχει αλλάξει∙ η αυτογνωσία έχει κερδηθεί. Το κείμενο που ακολουθεί –το τέλος από τον Φιλόξενο Καρδινάλιο του Ε.Χ.Γονατά (εκδ. στιγμή 1987)- περιγράφει τη χαρά της κερδισμένης αυτογνωσίας.




Εγώ που δεν έχω πουλιά φυλακισμένα σε κλουβιά (ένα κλουβί της μάνας μου σαπίζει στην αποθήκη), ξυπνάω καμιά φορά από ‘να σιγανό κελάιδισμα.

Ε.Χ.Γ.



...«Έλα να πιούμε ένα τελευταίο ποτήρι!».

Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

«Με τη συζήτηση δεν πήραμε είδηση ότι ξημέρωσε. Ακούς τα κοκόρια; Από ώρα λαλούνε. Και η λάμψη των φωτιστικών μες στο δωμάτιο ξεθώριασε», είπε ο Μεμές.

Πήγε στο παράθυρο κι άνοιξε τα παντζούρια. Ο ήλιος έβγαινε πίσω απ’ το βουνό. Ο αγέρας είχε πέσει εντελώς.

«Ώρα να πηγαίνω. Είναι έξι και μισή», είπα, κοιτάζοντας το ρολόι του τοίχου.

«Κι εγώ θά ‘πρεπε να βάλω σε κάποια τάξη τα πράγματά μου. Σήμερα δε θα βγω για κυνήγι».

«Για μια τελευταία μέρα, λοιπόν, τα πουλιά ας πετάξουν άφοβα κι ελεύθερα στους κάμπους και τα βουνά! Θα τα ξαναπούμε σύντομα, πολύ σύντομα, καλέ μου φίλε», του είπα.

Αγκαλιαστήκαμε άλλη μια φορά, προχώρησα στην πόρτα, τον ξαναχαιρέτησα και βγήκα.

Στο κεφάλι μου οι σκέψεις βούιζαν σαν μελίσσι.

«Τι βραδιά πάλι κι αυτή! Τι παράξενη που είναι η ζωή! Πόσες ιδιοτροπίες της τύχης! Τι καταπληκτικές συγκυρίες! Κι εγώ που δεν πίστευα στις συμπτώσεις!», μουρμούριζα καθώς αργοβάδιζα, σαν υπνωτισμένος. Στα μισά του διαδρόμου έπεσα πάνω στον Θεοφάνη. Ήταν φρεσκοξυρισμένος και φαινόταν ξεκούραστος και ευδιάθετος.

«Ερχόμουν να σας βρω. Να σας ειδοποιήσω ότι έχετε αργήσει. Είναι περασμένες έξι», μου είπε.

«Σ’ ευχαριστώ. Δεν νομίζω όμως ότι έχω δυνάμεις για τίποτα, σήμερα. Λέω να τα παρατήσω όλα. Στο διάβολο οι δουλειές. Χρειάζομαι ξεκούραση. Πάω στο δωμάτιό μου».

«Όχι από κει, από δω σας παρακαλώ».

Με τράβηξε απ’ το χέρι κι έσπρωξε την τέταρτη πόρτα δεξιά, που είχε τον αριθμό εφτά, λίγα βήματα από την πόρτα του Μεμέ.

Μπαίνοντας τά ‘χασα. Το δωμάτιο ήταν απαράλλαχτο μ’ εκείνο από το οποίο πριν ένα λεπτό είχα βγει. Η ίδια επίπλωση, το τραπέζι, η βαθειά αναπαυτική πολυθρόνα με τη βυσσινιά στόφα, το πολύφωτο, το αναμμένο τζάκι, η κανάτα με το επάργυρο επιστόμιο, το ρολόι στον τοίχο, το διπλό δρύινο κρεβάτι. Αν δεν έλειπαν τα σύνεργα του κυνηγιού, θά ‘λεγα πως βρισκόμουν ακόμη στο δωμάτιο του Μεμέ. Τα πράγματά μου ήταν όλα τακτοποιημένα στη θέση τους, κι η Ευνίκη, μ’ ένα φρεσκοσιδερωμένο φόρεμα, στρουμπουλή και ξεμανίκωτη, με υποδέχτηκε γελαστή, βγαίνοντας πίσω από την πόρτα όπου ήταν κρυμμένη, κρατώντας ένα δίσκο. Μυρωδιά φρέσκου, αχνιστού καφέ μού ‘ρθε στα ρουθούνια και μ’ αναζωογόνησε.

«Καλώς ορίσατε, κύριε Αγάθη», μου είπε, καθώς ακουμπούσε το δίσκο στο τραπέζι. «Σας έχω τα κουλουράκια που σας αρέσουν, κατσικίσιο γάλα, τυρί και δύο αυγά βραστά».

«Ευνίκη, είσαι άγγελος! Έλα να σε φιλήσω», είπα ενθουσιασμένος, και την αγκάλιασα. «Με συγχωρείς για τα χάλια μου. Ακόμη τριγυρίζω με τη νυχτικιά. Ο σύζυγός σου παρ’ ολίγο να με ξεκάνει χθες βράδυ».

Ρούφηξα με απόλαυση μια γουλιά από τον μυρωδάτο καφέ.

«Τα ξέρω. Μου τα διηγήθηκε όλα με το νι και με το σίγμα. Τι να τον κάνω; Τα χάνει με την παραμικρή δυσκολία, πελαγώνει με την πρώτη αναποδιά. Η αλήθεια είναι πως δεν περάσαμε και μικρή στενοχώρια. Τι λαχτάρα κι αυτή, Παναγιά μου! Δεν έχω πολλή ώρα που γύρισα, κατάφερα όμως να κάνω αρκετές δουλειές».

«Και δε σου φαίνεται. Εσύ είσαι –αν μου το επιτρέπει ο Θεοφάνης- πιο δροσερή κι από πρωινό τριαντάφυλλο».

« “Η ψυχική ευχαρίστηση είναι το παν”, κύριε Αγάθη, έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου. “Κάνε το καθήκον σου και ποτέ δε θα υποφέρεις”. Όλα πια τελείωσαν, τώρα. Όλα τακτοποιήθηκαν. Θα μπουν όλα πάλι στον κανονικό τους ρυθμό».

«Ο Θεοφάνης μου ανάφερε πως είχες πάει στη Χώρα για κάτι δυσάρεστο», είπα, αποφεύγοντας να μιλήσω για το πουλί.

«Φάτε το πρωινό σας κι ελάτε ύστερα∙ ανυπομονώ κάτι να σας δείξω», απάντησε και πήγε να φύγει.

«Δεν πεινάω. Ο καφές σου με στύλωσε. Μπορούμε να πάμε αμέσως».

Βγήκαμε και οι τρεις μας∙ μπροστά η Ευνίκη κι από πίσω της ο Θεοφάνης κι εγώ. Διασχίσαμε πάλι το διάδρομο και σταματήσαμε μπροστά στην ανθοστήλη.

Ήμουν προετοιμασμένος ν’ αντιμετωπίσω το μακάβριο θέαμα, κι είχα αρχίσει μάλιστα να παίρνω και το ανάλογο λυπημένο ύφος. Το κλουβί ήταν πάντα στη θέση του, αλλά το πορτάκι του κλειστό και μέσα πηγαινοερχόταν φτερουγίζοντας και σιγοκελαϊδώντας ένα υπέροχο πουλί, ίδιο μ’ εκείνο ακριβώς που μου είχε περιγράψει, με κάθε λεπτομέρεια, ο Θεοφάνης.

«Μα αυτό δεν είναι μπαλσαμωμένο. Ή μήπως με γελούν τα μάτια και τ’ αυτιά μου; Αυτό χοροπηδάει, σφυρίζει!».

«Είναι ένας ζωηρός, ολοζώντανος καρδινάλιος», είπε η Ευνίκη.

«Μη μου πεις ότι νεκραναστήθηκε; Ε, όχι, μην ακούσω πως είχε πάθει νεκροφάνεια! Αρκετά για σήμερα, δεν αντέχω άλλο».

«Δεν είναι ο δικός μας», μου εξήγησε. «Ο καημένος ο Πιπίκος μας έμεινε στον μπαλσαμωτή. Θα στολίζει τώρα, πάνω στη λουστραρισμένη βάση του, κάποιο άλλο σπίτι».

«Μμμ, ωραίο στόλισμα!», είπα από μέσα μου, έχοντας απέχθεια για όλα τα μπαλσαμωμένα ζώα και πουλιά.

«Σταθήκαμε τυχεροί», συνέχισε. «Κάποιος πελάτης του, λίγο πριν φτάσω εγώ, του είχε φέρει για μπαλσάμωμα έναν άλλον μισοψόφιο, ολόιδιο με τον δικό μας καρδινάλιο κι ο μπαλσαμωτής τον λυπήθηκε, δίσταζε να τον αποτελειώσει. Απάνω στην ώρα μπήκα κι εγώ. “Άσε να δούμε, κουμπάρα”, μου λέει, δείχνοντας σ’ ένα ράφι όπου είχε ακουμπήσει προσωρινά τον ξένο καρδινάλιο, “μήπως μπορέσω και κάνω τίποτα μ’ αυτόν. Είναι αμαρτία να πάει χαμένο τέτοιο πουλί. Θα βάλω τα δυνατά μου”. Είναι, ξέρετε, πολύ διαβασμένος άνθρωπος∙ επίσης σαν και του λόγου σας, να πούμε, και λιγάκι γιατρός. Έχει περάσει μια ζωή με τα πουλιά. Στα νιάτα του είχε μεγάλο κατάστημα∙ μεγάλωνε, πουλούσε και γιάτρευε κάθε λογής κελαϊδοπούλια. Όταν ξαναπήγα μετά τρείς μέρες: “Ευνίκη”, μου λέει, “τον γλύτωσα. Ούτε του παπά μην το πεις. Έχω μεγάλες υποχρεώσεις σ’ εσάς. Πάρ’ τον, λοιπόν, αμέσως σ’ αυτή τη χαρτοσακούλα, έχω ανοίξει τρυπούλες ολόγυρα για ν’ αναπνέει, και φεύγα τρέχοντας. Θα σας κρατήσει συντροφιά για πολλά χρόνια. Είναι μόνο δύο ετών πουλί. Αλλά πρόσεχε καλά τις οδηγίες που σου έχω σημειώσει εδώ στο χαρτί. Πάρε και το κουτί με τους σπόρους. Μόνο απ’ αυτούς θα τρώει, για την ώρα. Κι αυτό το μπουκαλάκι. Θα του ρίχνεις δέκα σταγόνες την ημέρα στο νερό του, για δύο βδομάδες ακόμη. Μην περιμένεις όμως να σου κελαϊδίσει σαν αηδόνι, πριν περάσουν δύο μήνες”».

«Απίστευτο, Ευνίκη!», φώναξα. «Αυτή είναι χαρμόσυνη είδηση! Θα το γιορτάσουμε το βράδυ όλοι μαζί. Θα σας κάνω εγώ το τραπέζι. Θα καλέσουμε και τον κύριο Στηθά. Μου ‘ρθε και μια ιδέα τώρα δα. Τι θα λέγατε ν’ αλλάζαμε ταμπέλα στο πανδοχείο; Όχι πια “Η φιλόξενη ερημία”, μα “Ο φιλόξενος καρδινάλιος”».

«Τι κατεβάζει ο νους σας, χρυσέ μου κύριε Αγάθη!», είπε, και γελούσαν και τ’ αυτιά της ακόμη.

«Ξέρεις όμως», θυμήθηκα, «είχατε και κάτι ψάρια εκεί πέρα στη γυάλα. Χτες που τα είδα, δε μου φάνηκε ότι καλοπερνούσαν. Αγωνίζονταν ν’ αναπνεύσουν, δεν είχαν νερό».

«Ελάτε να δείτε», είπε και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά λατρείας στον καρδινάλιο, με πήγε στο βάθος του άλλου διαδρόμου.

Πάνω στην εταζέρα, μέσα στην τετράγωνη γυάλα που άστραφτε σαν κρυστάλλινη, γιομάτη ως τα χείλια ολοκάθαρο νερό, κολυμπούσαν ευτυχισμένοι οι άσπροι κυπρίνοι, έρχονταν πότε-πότε κοντά, χαϊδεύονταν, κι ύστερα ανέβαιναν στην επιφάνεια να χάψουν ψίχουλα.

«Ευνίκη, εύγε. Είσαι θησαυρός!».

Ο Θεοφάνης, κολακευμένος, κοκκίνισε περισσότερο κι απ’ αυτήν.

«Σας αφήνω τώρα, πηγαίνω να κάνω μια μικρή βόλτα κι ύστερα θα γυρίσω να ξεκουραστώ. Σας ευχαριστώ για όλα. Μην ξεχάσετε την πρόσκληση μου για το βράδυ. Ειδοποιήστε και τον κύριο Στηθά».

«Κι εσείς να θυμάστε τον αριθμό του δωματίου σας: Εφτά».

Βγήκα στην αυλή να περπατήσω λιγάκι. Πήγα ως το πηγάδι. Το άλογο που ήταν δεμένο στο μαγκάνι ούτε κουνιόταν καθόλου.

«Άντε, μπρος», φώναξα, δίνοντας του μια στα καπούλια. «Ξεκίνα».

Το άλογο ξεκίνησε, το μαγκάνι έτριξε, στο δεύτερο γύρο οι σκουριασμένοι κουβάδες του άρχισαν ν’ ανεβαίνουν γεμάτοι νερό που χυνόταν αφρίζοντας σε μια πέτρινη γούρνα, κι από κει στο χαντάκι για τα περιβόλια. Έσκυψα κι ήπια με τα χέρια, βρέχοντας το μούτρο μου και τα μαλλιά μου.

Πήρα μια βαθειά αναπνοή να φρεσκάρω τα πνεμόνια μου.

Ο Μεμές μόλις είχε βγει στο παράθυρο και με κοιτούσε, χαϊδεύοντας τη γενειάδα του. Μου κούνησε φιλικά το χέρι. Του ανταπέδωσα το χαιρετισμό.

1986