Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Η Βιβλιοθήκη: οι Έλληνες μάγοι

Διάβασα το βιβλίο του Clemens Zintzen, Μυστικισμός και μαγεία στη νεοπλατωνική φιλοσοφία, μτφ. Ι. Γ. Καλογεράκος, εκδ. Καρδαμίτσα 2000. Η διαφορά των νεοπλατωνικών από τον Πλάτωνα είναι ότι εδώ ο στοχασμός επικεντρώνεται στο περί θεού ερώτημα και απομακρύνεται από τη γνώση του ανθρώπου. Εδώ η γνώση ανάγεται σε αποκάλυψη. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού φέρνει στο προσκήνιο θρησκευτικά διαποτισμένες θεωρίες, όπως τα ερμητικά κείμενα και τους χαλδαϊκούς χρησμούς, που υπόσχονταν στον πιστό τη σωτηρία όχι μέσω του κοπιώδους δρόμου της ανόδου από το σπήλαιο της άγνοιας που είχε δείξει ο Πλάτων, αλλά με έναν πιο απλό και μηχανικό τρόπο. Η ψυχή του μύστη θα υποσχεθεί την επάνοδο στη θεϊκή της πηγή όταν πλησιάσει το στοιχείο εκείνο που είναι σε στενή συγγένεια με το θείο: τη φωτιά.

Ο Πλωτίνος καταλήγει στην μυστικιστική ένωση με το ύψιστο εν ερμηνεύοντας τον Πλάτωνα. Έτσι, η θέση του έρωτα ως κινητήριας δύναμης προς ένωση υποκινήθηκε από το Συμπόσιο, η ιδέα της ομοίωσης είναι γνωστη από τον Θεαίτητο, ενώ για την έκθεση του εκστατικού βιώματος υπόδειγμα υπήρξε η Εβδόμη επιστολή. Εκείνος όμως που ανοίγει την πόρτα στη θεουργία είναι ο Πορφύριος, αν και θεώρησε τη θεουργική κάθαρση μόνο προστάδιο –και όχι μάλιστα απαραίτητο- για την άνοδο της ψυχής μέσω άσκησης της αρετής και μέσω του στοχασμού. Ο Ιάμβλιχος είναι πραγματικός θεουργός. Γι’ αυτόν η άνοδος της ψυχής από μυστικιστική ένωση με το θείον και αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου γίνεται τεχνική μιας απόκρυφης επιστήμης. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο ο Πρόκλος προσπαθεί να βρει μια θεωρητική βάση για τη χρήση της θεουργίας. Πρακτική για την ένωση με το θεό θεωρείται η προσευχή και μείζων αρετή αναγορεύεται η πίστη.


Επιγραμματικά, η μετατόπιση της φιλοσοφικής αναζήτησης με το νεοπλατωνισμό περιγράφεται ως εξής: από την έλλογη γνώση (Πλάτων) στην μυστικιστική έκσταση (Πλωτίνος, Πορφύριος) και απο εκεί στη μαγεία (Ιάμβλιχος, Πρόκλος).

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Η Βιβλιοθήκη: Ίντερνετ και αυτογνωσία

Μια από τι ωραιότερες και πιο σημαίνουσες παρομοιώσεις για το ίντερνετ διάβασα στο βιβλίο της Άλι Σμιθ, Κορίτσι συναντά αγόρι, μτφ. Μαίρη Σαρατσιώτη, εκδ. Τόπος 2010:

...Θα ήθελα να ήμουν γριά. Είχα τόσο κουραστεί να είμαι νέα, τόσο ξερόλας, τόσο άμυαλη. Είχα κουραστεί να πρέπει να είμαι ο,τιδήποτε. Ένιωθα σαν το ίντερνετ, γεμάτη από κάθε είδους πληροφορία που καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερη αξία, κι όλα αυτά τα μικροσκοπικά links σαν μικρές λευκές ρίζες ενός σπασμένου φυτού, ξεριζωμένου από το χώμα, που κείτεται ξερό στο πλάι. Και όποτε είχα προσπαθήσει να βρω τον εαυτό μου, όποτε είχα προσπαθήσει να φτάσω βαθύτερα στην έννοια του "Εγώ", εννοώ βαθύτερα από μια ταχύτατη σελίδα του Facebook ή του Myspace, ήταν σαν να ήξερα ότι ένα πρωί θα ξυπνούσα και θα προσπαθούσα να μπω στο δίκτυο για να ανακαλύψω πως ακόμα κι αυτή η εκδοχή του "Εγώ" δεν υπήρχε πια, γιατί οι servers ανά τον κόσμο είχαν καταρρεύσει. Τόσο αποκομμένη ένιωθα. Τόσο εύθραυστη. Και τότε τι θα έκανε η καημενούλα η Άνθεια;

Θα τρύπωνα σ΄έναν αχυρώνα. Και θα ζέσταινα το κορμί μου. Και θα έκρυβα το κεφάλι μου στο στήθος μου, καημένο παιδί...