Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Εσύ σε ποιον πολιτικό χώρο ανήκεις;

Όταν πληροφορήθηκα ότι υπάρχει ένα τέστ που μπορεί να σου πει τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκεις, γέλασα. Μπήκα όμως στον πειρασμό να το κάνω. Και εξεπλάγην. Θετικά μάλλον. Με έβγαλε ότι ανήκω στον χώρο του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Αφού έμαθα τι είναι αυτός ο χώρος, είπα ότι μπορεί να είναι κι έτσι. Κοίτα τι μπορεί να σου κάνει ένα τεστ. Αν δέχεσαι κι εσύ την πρόσ/κληση, κάντο εδώ 




Κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι η πεποίθηση ότι ο φιλελευθερισμός πρέπει να έχει κοινωνική θεμελίωση. Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αναζητεί την ισορροπία ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Σαν τον κλασικό φιλελευθερισμό, ενστερνίζεται την οικονομία της αγοράς και την επέκταση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά διαφέρει ως προς την πεποίθηση ότι ο θεμιτός ρόλος της κυβέρνησης περιλαμβάνει τη διαχείριση οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων όπως της φτώχειας, του συστήματος υγείας και της εκπαίδευσης. Υπό τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, το καλό της κοινότητας θεωρείται σε αρμονία με την ελευθερία του ατόμου. Οι κοινωνικές φιλελεύθερες πολιτικές υιοθετήθηκαν ευρέως στο μεγαλύτερο μέρος του καπιταλισικού κόσμου, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κοινωνικές φιλελεύθερες ιδέες τείνουν να είναι κεντρώες ή κεντροαριστερές. Ο όρος κοινωνικός φιλελευθερισμός χρησιμοποιείται γα να διαφοροποιηθεί από τον κλασικό φιλελευθερισμό, που κυριάρχησε στην πολιτική και οικονομική σκέψη για αρκετούς αιώνες μέχρι που ο κοινωνικός φιλελευθερισμός ξεπήδησε απ’ αυτόν γύρω στα χρόνια του Οικονομικού Κράχ (1930). Μια αντίδραση ενάντια στον κοινωνικό φιλελευθερισμό στα τέλη ου 20ου αι., που συχνά ονομάζεται νεοφιλελευθερισμός, οδήγησε σε μονεταριστικές οικονομικές πολιτικές και σε έκπτωση προνοιών και παροχών από την κυβέρνηση. Πάντως, αυτή αντίδραση δεν είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή στον κλασικό φιλελευθερισμό, μια που οι κυβερνήσεις συνέχισαν να παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες και διατήρησαν τον έλεγχο πάνω στην οικονομική πολιτική.


Από τη Βικιπέδια 

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Η ελληνική μας μιζέρια

Όσοι από μας ζήσαμε για κάποιο διάστημα στο εξωτερικό είχαμε δυο επιλογές όσον αφορά την κοινωνικοποίησή μας: ή να αναπτύξουμε κοινωνική ζωή στα πλαίσια μιας ελληνικής κοινότητας, ανακυκλώνοντας πρακτικές και συνήθειες οικείες σε μας από τη μαμά πατρίδα -αν και λίγο αλλαγμένες∙ ποιος άραγε σήμερα στην Ελλάδα συνηθίζει το σπάσιμο των πιάτων, που τόσο δημοφιλές είναι στα περίφημα ελληνικά γλέντια της αλλοδαπής, με το γύψο να αιωρείται στην ατμόσφαιρα, να μπαίνει στα ρουθούνια σου και να σε ασπρίζει από την κορφή ως τα νύχια; ...Αλλά και σ’ αυτές που παρέμειναν ίδιες -άραγε πόσο παράξενες φαίνονται στα μάτια των ξένων; Ακόμα θυμάμαι τον τρόμο στα μάτια της φίλης μου Γουέντι όταν την επόμενη μέρα είδε τον σταυρό που ζωγραφίζουμε πάνω στην εξώπορτα με το κερί της Ανάστασης. Τι να σκέφτηκε άραγε; Ότι η Κου Κλουξ Κλαν πέρασε από κει τη νύχτα; 

Εν πάση περιπτώσει, η άλλη επιλογή που έχεις είναι να αγνοήσεις την ελληνική κοινότητα και την οικειότητα που σου προσφέρει και να ανοιχτείς στις προκλήσεις που σου δίνει η ζωή σε μια ξένη χώρα. Δεν είναι εύκολο. Γιατί το οικείο πέρα από την αυτοεπιβεβαίωση, σου χαρίζει την ασφάλεια. Χρειάζεται να κάνεις μια επανάσταση απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό για να ξεφύγεις, για να υπερνικήσεις το φόβο του άλλου, του διαφορετικού. Σκέφτομαι αυτό που είπε η Ολυμπία Δουκάκη στον Στρουμπουλόπουλο∙ τη δική της εξέγερση την έκανε όταν είπε στον πατέρα της ότι δεν θα πηγαίνει άλλο στην ελληνική εκκλησία την Κυριακή. Ήθελε να ξεφύγει απ’ αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον που είχε καταδικάσει τη μητέρα της στην αφωνία, κάνοντας αναφορά στα ποιήματα που αυτή έγραφε. Ήθελε να ξανοιχτεί, να κάνει άλλα πράγματα, ενδιαφέροντα, διαφορετικά απ’ αυτά που θα έκανε εγκλωβισμένη στην ελληνική κοινότητα. 

Αν και τον εγκλωβισμό μπορεί να τον βιώσεις ως μειονότητα σ’ ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον, δεν είναι ψέμα ότι μπορείς να τον αισθανθείς και στην ίδια σου τη χώρα. Μόνο που εδώ χάνεσαι στις αυταπάτες της συλλογικότητας. Χρόνια ολόκληρα η ελληνική κοινωνία παρέμεινε εγκλωβισμένη στην εικονική πραγματικότητα που η πολιτική της ηγεσία είχε δημιουργήσει γι’ αυτήν, δίνοντάς της αυτό που θα την έκανε μακάρια και χορτάτη, το χρήμα. Έτσι, λοιπόν οι πολίτες αυτής της χώρας κατανάλωναν αμέριμνοι, χωρίς να αναρωτιούνται, ούτε κατ’ ελάχιστον, "από που τόσος πλούτος ρε παιδιά" -και ήταν ευτυχισμένοι- και οι πολιτικοί, με το αζημίωτο πάντα, ήταν εκεί για να εγγυηθούν αυτή την ευτυχία, δημιουργώντας γύρω τους ένα προστατευτικό φίλτρο που τους βόλευε όλους. 

Και ξαφνικά η φούσκα έσκασε. Και ήρθαμε όλοι αντιμέτωποι με μια άλλη πραγματικότητα, διαφορετική απ’ αυτή που ξέραμε, ξεβολευτήκαμε, χάσαμε την ασφάλειά μας, αρχίσαμε να φοβόμαστε. Αυτά τα συναισθήματα δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικά, Μπορεί να αποδειχθούν πολύ δημιουργικά, φτάνει να αποδεχτείς την πρόκληση. Δε νομίζω όμως ότι την έχουμε αποδεχτεί. Αντί το Μνημόνιο να μας κεντρίσει, να προχωρήσουμε παραπέρα, η αντιμνημονιακή σκέψη που τόσο έχει καλλιεγηθεί τελευταία επιδιώκει να μας κλείσει πίσω στο καβούκι μας. Κοιτάχτε τι πολιτικές συμπεριφορές έφερε στην επιφάνεια: εσωστρέφεια (Χρυσή Αυγή, ΑΝ.ΕΛ), φόβο (ο δονκιχωτισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α που επιτίθεται και δαιμονοποιεί τον παγκόσμιο καπιταλισμό φόβο δείχνει), αλαζονική ρητορική (η δανειακή σύμβαση χαρακτηρίζεται απ΄όλους τοκογλυφική, μα οι ίδιοι τοκογλύφοι μας δάνειζαν και την εποχή της μακαριότητας, απλώς δεν το ξέραμε). 

Δε λέω ότι το Μνημόνιο είναι καλό και άγιο, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις, μπορεί αυτοί που καλούνται να το υλοποιήσουν να είναι ανίκανοι (ΝΔ, ΠΑ.ΣΟ.Κ, γιατί το ρετσιτατίβο "το λέει το Μηνημόνιο", "δε συμφωνεί η Τρόικα" ανικανότητα δείχνει) ή ακόμη αυτοί που το σχεδίασαν να είναι ερασιτέχνες, αναγνωρίζω όμως τη στόχευσή του, που είναι ο εκσυγχρονισμός της χώρας και o μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας με γνώμονα τα δυτικά πρότυπα. Κι αυτό είναι πρόκληση. Και η πρόκληση απευθύνεται κυρίως προς τον εαυτό μας, να ξεφύγουμε, να κάνουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, πιο ενδιαφέροντα. Να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας και με τον κόσμο. Αυτό που με προβληματίζει όμως, είναι ότι η ελληνική κοινωνία δε φαίνεται να είναι έτοιμη να το δεχτεί αυτό. Μάλλον στη μιζέρια της τη βλέπω να επιστρέφει.