Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Αγαπημένοι συγγραφείς: Νίκος Καχτίτσης, Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας

Από τον Εξώστη (η αρχή του βιβλίου)

Γράφω εν Κεντρική Αφρική την 27ην ή 28ην Ιουνίου 19..., και ώραν 3ην πρωινήν, με τα πρώτα κοράκια, εντός της βιβλιοθήκης της ιδιοκτήτου, και ικανής να στεγάσει ένα λόχο, επαύλεώς μου, ευρισκομένης εις τα κράσπεδα της πόλεως και παρά τας εκβολάς του ποταμού Βούρι, όπου κατοικώ εγώ κι ο κούκος από επταετίας.

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ. Π..., πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής, ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω, και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω, όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς -αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πέννα.

Δηλώ επίσης, αυτή την πρωινή ώρα που μπορεί κάλλιστα να υπογράφω την καταδίκη μου (καλώ τους ενδιαφερομένους να επωφεληθούν της ευκαιρίας), ότι δύο πρόσφατα περιστατικά εχτύπησαν το τελευταίο κουδουνάκι μέσα στην ψυχή μου, και ότι βλέπω πως δε μου απομένει τώρα παρά ο θάνατος.

Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλοιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου...


Από τον Ήρωα της Γάνδης (κάπου προς το τέλος του βιβλίου)

...Περνούσαν οι στιγμές, οι ώρες, οι μέρες. Στο μεταξύ άρχισα πάλι να δουλεύω κανονικά στο αρχαιοπωλείο. Αλλά κάτι είχε αλλάξει στο φέρσιμο και της Σολάνζ ακόμα, η οποία κατά βάθος πολύ λυπόταν γι' αυτά που μου συνέβαιναν. Αλλά ούτε κατά διάνοια υπήρχε ποτέ η πιθανότητα να θυσίαζε τα συμφέροντα του Στοππάκιου για χάρη δική μου. Όσο κι αν με πίκραινε αυτό, τη δικαιολογούσα. Οι χοροεσπερίδες και τα πνευματιστικά πειράματα είχαν σταματήσει. Αραιά και που δέχονταν μόνο κανένα ζευγάρι. Ο Ξεντάδιν είχε καιρό να φανεί, όπως και ο Γεδεών και όλοι οι στενοί τους φίλοι. Το δικηγόρο τον είδα μόνο μια φορά όλο αυτό το διάστημα να μπαίνει βράδυ από τη Μεγάλη Πόρτα, σε ώρα που ο Στοππάκιος ήταν απασχολημένος στο γραφείο του, και να τραβάει κατευθείαν για το δωμάτιο της Σολάνζ. Κάτι είχε αλλάξει σ' όλη την ατμόσφαιρα. Αυτό το διέκρινα ακόμα και στη στάση της Στερίλδας, που φαινόταν επιφυλακτική και χωρίς διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι που ήταν μεγάλης σημασίας, που έκρυβε πολύ μυστήριο. Πολλές φορές μού 'δινε επίμονα την εντύπωση πως περίμενε ν' αρχίσω τις ερωτήσεις πάνω στην Υπόθεση, και με τη στάση της μ' απότρεπε προκαταβολικά να κάνω την παραμικρή απόπειρα.

Όσο για μένα τον ίδιο, όσο πήγαινε και χειροτέρευε η θέση μου...



Από την Περιπέτεια ενός βιβλίου.

Κεφάλαιο 3

Δέχεται και δε δέχεται

Αρχίζω το κεφάλαιο αυτό με μία κατηγορηματική δήλωση, που δε θα εκπλήξει ποσώς τον υπομονητικό που θα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο: Σε σύγκριση με τα μαρτύρια που πέρασα στην έκδοση του Εξώστη, τα άλλα μαρτύρια που πέρασα γράφοντάς τον, όπως και τα μαρτύρια που πέρασε ο ήρωάς μου ο ίδιος, δεν είναι σχεδόν τίποτα! Και ο μεν ήρωάς μου τά ‘θελε και τά ‘παθε∙ θα του άξιζαν και περισσότερα. Εγώ όμως δεν χρώσταγα σε κανέναν τίποτα. Η μόνη αξίωση (ας την ονομάσουμε έτσι) που είχα, ήταν να γίνει η δουλειά μου∙ να τυπωθεί το βιβλίο μου. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ούτε ανάγκασα κανέναν να δεχθεί τη δουλειά αυτή με το ζόρι∙ ήρθα σε συμφωνία. Εγώ μεν θα πλήρωνα με λεφτά που μου απόδωσε η πέννα μου εκπορνευόμενη σε ποικίλας εξωλογοτεχνικάς εργασίας, οι δε επιμεληταί της εκδόσεως θα μου πρόσφερναν το ανάλογο αντίκρυσμα –την πείρα τους, το ταλέντο τους, και την αγάπη τους για την Τέχνη- χωρίς να εκπορενεύσουν, αυτοί, ούτε ένα γιώτα από την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα, μια και η επιμέλεια της εκδόσεως ενός βιβλίου αποτελεί, τουλάχιστον για μένα και για τους επιστήθιους φίλους μου, ιερό λειτούργημα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι εμπιστευόμουνα το βιβλίο μου σε πρόσωπο που έχει πάρει, και με το δίκιο του, στα σοβαρά αυτή την τέχνη, και που ωστόσο μπορούσε κάλλιστα ν’ αποποιηθεί με μια ευγενική δικαιολογία.

Ούτε, από το άλλο μέρος, είμαι από κείνους που κάνουν παζάρια στο ζήτημα των τιμών, μ’ όλο που κάθε άλλο παρά είμαι οικονομικά ανεξάρτητος, δεδομένου ότι στη χώρα που ζω, εις πείσμα της εσφαλμένης εντυπώσεως που υπάρχει, τα δολλάρια δεν τα παρασύρει ο άνεμος στους δρόμους σα φθινοπωρινά φύλλα. Τώρα θυμήθηκα ότι κάνω κάποιο λάθος. Δυστυχώς, και προς μεγάλη μου ντροπή, έκανα κι εγώ κάτι εξοργιστικά παζάρια με τους Ταρουσόπουλους, το 1956.

Αλλά ας μπούμε στο θέμα μας . . .

Δεν υπάρχουν σχόλια: