Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Η Βιβλιοθήκη: οι Έλληνες μάγοι

Διάβασα το βιβλίο του Clemens Zintzen, Μυστικισμός και μαγεία στη νεοπλατωνική φιλοσοφία, μτφ. Ι. Γ. Καλογεράκος, εκδ. Καρδαμίτσα 2000. Η διαφορά των νεοπλατωνικών από τον Πλάτωνα είναι ότι εδώ ο στοχασμός επικεντρώνεται στο περί θεού ερώτημα και απομακρύνεται από τη γνώση του ανθρώπου. Εδώ η γνώση ανάγεται σε αποκάλυψη. Αυτή η αλλαγή προσανατολισμού φέρνει στο προσκήνιο θρησκευτικά διαποτισμένες θεωρίες, όπως τα ερμητικά κείμενα και τους χαλδαϊκούς χρησμούς, που υπόσχονταν στον πιστό τη σωτηρία όχι μέσω του κοπιώδους δρόμου της ανόδου από το σπήλαιο της άγνοιας που είχε δείξει ο Πλάτων, αλλά με έναν πιο απλό και μηχανικό τρόπο. Η ψυχή του μύστη θα υποσχεθεί την επάνοδο στη θεϊκή της πηγή όταν πλησιάσει το στοιχείο εκείνο που είναι σε στενή συγγένεια με το θείο: τη φωτιά.

Ο Πλωτίνος καταλήγει στην μυστικιστική ένωση με το ύψιστο εν ερμηνεύοντας τον Πλάτωνα. Έτσι, η θέση του έρωτα ως κινητήριας δύναμης προς ένωση υποκινήθηκε από το Συμπόσιο, η ιδέα της ομοίωσης είναι γνωστη από τον Θεαίτητο, ενώ για την έκθεση του εκστατικού βιώματος υπόδειγμα υπήρξε η Εβδόμη επιστολή. Εκείνος όμως που ανοίγει την πόρτα στη θεουργία είναι ο Πορφύριος, αν και θεώρησε τη θεουργική κάθαρση μόνο προστάδιο –και όχι μάλιστα απαραίτητο- για την άνοδο της ψυχής μέσω άσκησης της αρετής και μέσω του στοχασμού. Ο Ιάμβλιχος είναι πραγματικός θεουργός. Γι’ αυτόν η άνοδος της ψυχής από μυστικιστική ένωση με το θείον και αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου γίνεται τεχνική μιας απόκρυφης επιστήμης. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο ο Πρόκλος προσπαθεί να βρει μια θεωρητική βάση για τη χρήση της θεουργίας. Πρακτική για την ένωση με το θεό θεωρείται η προσευχή και μείζων αρετή αναγορεύεται η πίστη.


Επιγραμματικά, η μετατόπιση της φιλοσοφικής αναζήτησης με το νεοπλατωνισμό περιγράφεται ως εξής: από την έλλογη γνώση (Πλάτων) στην μυστικιστική έκσταση (Πλωτίνος, Πορφύριος) και απο εκεί στη μαγεία (Ιάμβλιχος, Πρόκλος).

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Η Βιβλιοθήκη: Ίντερνετ και αυτογνωσία

Μια από τι ωραιότερες και πιο σημαίνουσες παρομοιώσεις για το ίντερνετ διάβασα στο βιβλίο της Άλι Σμιθ, Κορίτσι συναντά αγόρι, μτφ. Μαίρη Σαρατσιώτη, εκδ. Τόπος 2010:

...Θα ήθελα να ήμουν γριά. Είχα τόσο κουραστεί να είμαι νέα, τόσο ξερόλας, τόσο άμυαλη. Είχα κουραστεί να πρέπει να είμαι ο,τιδήποτε. Ένιωθα σαν το ίντερνετ, γεμάτη από κάθε είδους πληροφορία που καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερη αξία, κι όλα αυτά τα μικροσκοπικά links σαν μικρές λευκές ρίζες ενός σπασμένου φυτού, ξεριζωμένου από το χώμα, που κείτεται ξερό στο πλάι. Και όποτε είχα προσπαθήσει να βρω τον εαυτό μου, όποτε είχα προσπαθήσει να φτάσω βαθύτερα στην έννοια του "Εγώ", εννοώ βαθύτερα από μια ταχύτατη σελίδα του Facebook ή του Myspace, ήταν σαν να ήξερα ότι ένα πρωί θα ξυπνούσα και θα προσπαθούσα να μπω στο δίκτυο για να ανακαλύψω πως ακόμα κι αυτή η εκδοχή του "Εγώ" δεν υπήρχε πια, γιατί οι servers ανά τον κόσμο είχαν καταρρεύσει. Τόσο αποκομμένη ένιωθα. Τόσο εύθραυστη. Και τότε τι θα έκανε η καημενούλα η Άνθεια;

Θα τρύπωνα σ΄έναν αχυρώνα. Και θα ζέσταινα το κορμί μου. Και θα έκρυβα το κεφάλι μου στο στήθος μου, καημένο παιδί...

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος


Αυτή τη Μελέτη θανάτου δεν την έφτιαξα εγώ∙ τη βρήκα έτοιμη στο ανθολόγιο της επικούρειας φιλοσοφίας των εκδόσεων Θύραθεν σε μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη και του Πέτρου Οικονόμου (το λατινικό κείμενο του Λουκρήτιου).

Επικ. Επιστ. προς Μενοικέα

Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθησή μας∙ όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που ‘χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου. Γιατί ό,τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν’ αποφύγουν το θάνατο σαν να ‘ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν’ αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη, Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του∙ όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς

αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη.

Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αυτοκτονεί; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το ‘χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ’ αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.

Επικ. Κύρια Δόξα 2

Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά.

Επίκουρος (Επικ. Προσφ.)

Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.

Μητρόδωρος (Επικ. Ποσφ.)

Σε πρόλαβα, Τύχη, και σου ‘χω φράξει όλες τις διόδους. Και δεν πρόκειται να παραδοθούμε όμηροι μήτε σε σένα μήτε σε καμιά συγκυρία∙ αλλά σαν έρθει η ώρα να φύγουμε, θα φτύσουμε και τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σ’ αυτήν∙ θα φύγουμε απ’ τη ζωή μ’ ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο ωραία ζήσαμε.

Επικ. Επιστ. προς Ιδομενέα

Τούτη την ευτυχισμένη μέρα, την τελευταία της ζωής μου, σου γράφω το παρακάτω γράμμα. Οι συνεχείς πόνοι από τη δυσουρία και τη δυσεντερία έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Όμως όλα αυτά τ’ αντιμετωπίζω με τη χαρά που νιώθει η ψυχή μου καθώς αναθυμούμαι τις συζητήσεις που έχουμε κάνει. Να φανείς άξιος της στάσης που από νεαρός κράτησες απέναντι στη φιλοσοφία και σε μένα και να φροντίσεις εσύ τα παιδιά του Μητρόδωρου.

Λουκρήτιος, De rerum natura

Και τέλος, πες πως η ίδια η φύση ξάφνου πάιρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας: «Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ’ άνα τόσο αρρωστημένο πένθος; Τι κλαίγεσαι κι αναστενάζεις για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χαρές της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτημόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκορπίσαν και χαθήκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ ευχαριστήσει: όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμείνουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί απ’ τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λυώσει∙ ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.»
Τι θ’ απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που επικαλείται; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω απ’ το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα ‘χε δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά;
«Σκούπισ’ τα δάκρυα, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτό που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη∙ και ξάφνου στέκει πλάι στο ποσκέφαλό σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα, ν’ αποσυρθείς. Όμως τώρα παράτα τα όλα τούτα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο σε άλλους∙ έτσι πρέπει.»

Διογένης Οινοανδέας

Η ζωή γίνεται γλυκιά όταν λείπει ο φόβος του θανάτου

Φιλόδημος, Προς τους σοφιστάς

Η Τετραφάρμακος:
Ο θεός δεν είναι επίφοβος, ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία∙ το καλό αποκτάται εύκολα και το κακό αντέχεται εύκολα.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Καραγκιόζης: παλινωδία

Λέγεται πως ο Στησίχορος κατηγόρησε τόσο πολύ την Ελένη στο ομώνυμο τραγούδι του, ώστε αποφάσισε, για να αποφύγει την οργή της θεάς, να επανορθώσει μ’ ενα καινούριο (παλινωδία) όπου έγραψε: «Δεν είν’ αληθινός αυτός ο λόγος/δεν μπάρκαρες στα ορθόπλωρα καράβια/κι ούτ’ έφτασες στα πέργαμα της Τροίας.» Στην ίδια θέση βρίσκομαι κι εγώ τώρα που χρησιμοποίησα, άδικα, το όνομα του συμπαθέστατου Καραγκιόζη για να χαρακτηρίσω αυτούς που κλείνουν δρόμους, λιμάνια, παρακωλύουν τις δημόσιες συγκοινωνίες. Όχι. Δεν είναι καραγκιόζηδες. Ηλίθιοι είναι, και μάλιστα με πατέντα, σύμφωνα με τον τρίτο, κατά Carlo Cipolla, νόμο της ανθρώπινης ηλιθιότητας:

«Βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα υφίσταται ζημιά και ο ίδιος.»

Σκέψου λοιπόν τώρα πόσοι από τους συμπατριώτες μας μπορούν να πάρουν αυτόν τον τίτλο και φρίξε όταν καταλάβεις σε τι επικίνδυνο περιβάλλον ζούμε.

Όσο για τον Καραγκιόζη, επανορθώνω με ένα ποίημα του (καραγκιοζοπαίχτη) Σκαρίμπα, μελοποιημένο από τον Σαράντη Κασσάρα.
  

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Λύρας σπαράγματα

Απ’ τα διασωθέντα έργα της αρχαίας γραμματείας, τα λυρικά ποιήματα παρουσιάζουν την πιο αποσπασματική μορφή. Γράμματα εδώ κι εκεί, κολοβές λέξεις, μισοτελειωμένες φράσεις, σπαράγματα στίχων. Κι απέναντι, ο αναγνώστης να προσπαθεί να διαβάσει, να νοηματοδοτήσει, να καταλάβει, να ερμηνεύσει. Οι εκδότες των αρχαίων κειμένων έχουν επινοήσει διάφορους τρόπους για να αποκαταστήσουν την αρχική μορφή τους: τελείες για να σημάνουν τα γράμματα που λείπουν, αγκύλες για τις δικές τους προσθήκες κτλ. Επιστρατεύουν και τις γνώσεις του αρχαίου μέτρου, πληροφορίες από άλλους αρχαίους συγγραφείς, την κατανόηση του αρχαίου λυρισμού, και καταφέρνουν κάποιες φορές να μας δώσουν μια τέτοια εικόνα:

.].ε̣.[....].[...κ]έλομαι σ.[
..].γυλα.[...]α̣νθι λάβοισα.α.[
..]κτιν, ἆσ̣ σε δηὖτε πόθος τ̣.[
ἀμφιπόταται

τὰν κάλαν· ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτ̣α[
ἐπτόαισ' ἴδοισαν, ἔγω δὲ χαίρω,
καὶ γ̣ὰρ αὔτ̣α δήπο̣[τ'] ἐμεμφ[
Κ]υπρογεν[ηα

ὠ̣ς ἄραμα̣[ι
τοῦτο τῶ[
β]όλλομα̣[ι

Διαβάστε περισσότερα

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Οι Ναζί προτιμούν τις ξανθιές



με λόγια άσχημα
με λέγαν «κιτρινιάρα»
τι ωραία νά ‘χα γεννηθεί
μαύρη ή λευκή
αγνό χαρτί του καλλιτέχνη
την πένα του να βάλει επάνω
όχι κάτι ανάμεσα
ανάριο, αδύναμο, ακαθόριστο.

Carrie Allen McCray

Άραγε, οι Αυστραλοπίθηκοι έκαναν διακρίσεις; Οι Ανθρωπίδες, οι Παράνθρωποι και οι πρώτοι Homo ergaster, που συνηπήρξαν, έδειχναν ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στα άτομα, που ενδεχομένως, πρέκυπταν από διασταυρώσεις; Αν θέλετε να μάθετε τις απαντήσεις δεν έχετε παρά να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Timothy Taylor, Η προϊστορία του σεξ. 4.000.000 χρόνια ανθρώπινης σεξουαλικότητας, μτφ. Δημήτρης Ραπτόπουλος, Αιώρα 2010. Εγώ, εν προκειμένω, θα αρκεστώ να αντιγράψω το ομότιτλο κεφάλαιο όπου παρουσιάζονται οι θεωρητικοί του ναζισμού και στο τέλος να βγάλω μερικά συμπεράσματα για το σήμερα, αρχίζοντας, εν παρόδω, με τον πρωτεργάτη Joseph-Arthur de Gobineau. Ο Γάλλος κόμης, οπαδός της βασιλείας, με το έργο του Essai sur l’ inégalité des races humaines (Πραγματεία πάνω στην ανισότητα των ανθρώπινων φυλών), που εκδόθηκε τμηματικά από το 1853 έως το 1855, προσπάθησε να ανακαλύψει για ποιο λόγο οι πολιτισμοί φθίνουν και παρακμάζουν. Περίμενε πως θα έβρισκε μία και μοναδική αιτία, οπότε, αφού εξέτασε οικονομικούς και ιδεολογικούς παράγοντες και τους απέρριψε ως αβάσιμους, κατέφυγε σε μια ρατσιστική θεωρία.

Ο Gobineau πίστευε ότι μόνο ορισμένοι λαοί ήταν δημιουργικοί και πως αυτή η ικανότητα ήταν έμφυτη. Όταν τέτοιοι λαοί ενώνονταν για να δημιουργήσουν έθνη, έσμιγαν, με αποτέλεσμα να επέρχεται η ομογενοποίησή τους, ωστόσο οι πόλεις που έχτιζαν προσείλκυαν και ξένους ως μετανάστες, εμπόρους και σκλάβους. Αυτή η ποικιλομορφία δημιουργούσε μια πολυεθνική κοινωνία στην οποία οι λαοί εκείνοι που δεν ήταν ικανοί να δημιουργήσουν πολιτσμό αναμειγνύονταν με εκείνους που είχαν τέτοιες δυνατότητες. Ο Gobineau ξεχώρισε δέκα λαούς, οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, ανήκαν σε διαφορετικές φυλές και ήταν ιδιαίτερα προικισμένοι και ικανοί να δημιουργήσουν πολιτισμό: τους Κινέζους, τους Αιγύπτιους, τους Ασσύριους, τους Ινδούς, τους Έλληνες, τους Ρωμαίους, τους Μεξικάνους και τους Περουβιανούς (όλοι αυτοί έχτισαν λαμπρά μνημεία και είχαν προηγμένα συστήματα καταγραφής), ενώ σε αυτούς περιέλαβε και τις φυλές των Ινδιάνων στα Απαλάχια Όρη (από το Οχάιο έως το Μισισιπή) και, τέλος, τα γερμανικά φύλα. Στους επιλαχόντες αυτής της λίστας περιέλαβε τους Αρμένιους, οι οποίοι δημιούργησαν πολιτισμό, παρότι ζούσαν σε ορεινή και αφιλόξενη περιοχή, αλλά και τους Εβραίους, «ένα λαό ικανό με ό,τι καταπιάνεται, έναν ελεύθερο, σκληρό και ευφυή λαό». Το ότι οι Εβραίοι δεν κατορθωσαν να χτίσουν πυραμίδες ή να δημιουργήσουν μια μεγάλη αυτοκρατορία, κατά τον Gobineau, ωφείλετο στο γεγονός ότι είχαν επιμειχθεί με τους Χαμίτες, για τους οποίους πίστευαν πως είχαν εποικίσει την Αιθιοπία και την Αβησυνία. Ο Gobineau ήταν κατηγορηματικός ως προς τους πιο σκουρόχρωμους Αφρικανούς: «Ο Ευρωπαίος δεν έχει καμία ελπίδα να εκπολιτίσει το Νέγρο».

Και συνεχίζει ο Taylor στο κεφάλαιο «Οι Ναζί προτιμούν τις ξανθιές»:

Ο Gobineau πίστευε πως τα γερμανικά φύλα είχαν αίμα ανώτερης ποιότητας-Βορειο-Ευρωπαίοι σκανδιναβικού τύπου- ψηλοί, ξανθοί και με γαλανά μάτια. Θεωρούσε τους Σκανδιναβούς παρακλάδι της «αρίας φυλής», η οποία είχε δημιουργήσει την ινδο-ευρωπαϊκή γλώσσα και είχε πάρει το όνομά της από τους Αρίους που παρουσιάζονται στα ινδικά έπη ως οι εισβολείς από το βορρά. Οι Άριοι υποτίθεται ότι είναι πίσω από κάθε πολιτισμό του Παλαιού Κόσμου, εκτός από τον ασσυριακό, και επίσης ότι μετέδωσαν τον πολιτισμό από την Ινδία στην Κίνα. Μια παραλλαγή αυτής της ιστορίας –πολιτιστική πρόοδος σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω ενός μόνου, ιδιαίτερα ευφυούς λαού- διατυπώθηκε αργότερα από τον Άγγλο ανατόμο Grafton Eliot Smith, αν και ο λαός που είχε υπόψη του ήταν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι. Την υπόθεση αυτή στήριξε πρόσφατα ο Thor Heyerdahl σε μια ιδιότυπη προσπάθειά του να αποδείξει ότι όλες οι πυραμίδες και τα μεγαλιθικά μνημεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται στη Νότια Αμερική και στις απομακρυσμένες Νήσους του Πάσχα, θα πρέπει να ήταν δημιουργήματα των περιπλανωμένων ιερέων του Ρα.

Ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής της ανωτερότητας της σκανδιναβικής φυλής ήταν ο Γερμανός ανθρωπολόγος και ιστορικός προϊστορίας Hans Gȕnther. Στο βιβλίο του The Racial Elements of European History o Gȕnther αναφέρει: «Μια φυλή εμφανίζεται ως μια ομάδα ανθρώπων που ξεχωρίζουν από κάθε άλλη ομάδα ανθρώπων με βάση τα ιδιαίτερα σωματικά και πνευματικά της χαρακτηριστικά και η οποία με τη σειρά της αναπαράγει τα ίδια». Περιέγραψε πέντε φυλές στην Ευρώπη είτε σε «αγνή» μορφή είτε σε «διασταυρωμένη»: τη Σκανδιναβική, τη Μεσογειακή, τη Δειναρική, την Αλπική και την Ανατολικο-βαλτική. Ο Gȕnther θεωρούσε ότι ανήκε στη σκανδιναβική φυλή και έλεγε πως «τα σκανδιναβικά μάτια έχουν κάτι το λαμπερό, κάτι το απαστράπτον». Στον πνευματικό τομέα, πίστευε ότι οι εκπρόσωποι της φυλής αυτής ήταν προικισμένοι για πολιτικοί, ένας ισχυρισμός τον οποίο υποστήριζε με προσεκτικές επιλογές πορτρέτων που έδειχναν επιφανείς Αμερικανούς και Ευρωπαίους πολιτικούς.

Ο Gȕnther σύγκρινε και άλλες φυλές με τα σούπερ αγόρια με τα γαλανά μάτια: «Αν η σκανδιναβική φυλή τείνει να είναι έξυπνη και ατρόμητη, η μεσογειακή τείνει να είναι ευγενική, ευχάριστη, ίσως κάπως θηλυπρεπής» και «με ελάχιστη αίσθηση του νόμου και της τάξης». Οι εκπρόσωποι της δειναρικής φυλής έχουν «προεξέχουσα μύτη», καστανά μάτια και σκούρα μαλλιά, απαντώνται κυρίως στη Βαυαρία, στην Αυστρο-Ουγγαρία, στη βόρεια Ιταλία, καθώς και σε περιοχές της Πολωνίας και της Ρουμανίας και θεωρούνται κάπως καλύτεροι: «Ως προς τις πνευματικές τους ιδιότητες, θα τους τοποθετούσα στη δεύτερη θέση στην Ευρώπη». Οι Ανατολικο-βαλτικοί, που ζουν στα έλη της Ρωσίας, «είναι αντίθετοι σε κάθε είδους ατομικότητα και έχουν ένα μονολιθικό τρόπο σκέψης για το κάθε θέμα», ενώ «είναι και βρόμικοι τόσο οι ίδιοι, όσο και τα σπίτια τους». Τέλος, η φυλή των Άλπεων ήταν «στοχαστική, εργατική και στενόμυαλη», όμως στους κόλπους της είχε και «μικροαπατεώνες, ασήμαντους κακοποιούς, επιτήδειους κλέφτες και διεστραμμένους». Τα σχόλια του Gȕnther για τις άλλες φυλές οι οποίες είχαν διαμείνει για ένα διάστημα στην Ευρώπη, ιδίως για το «εγγύς ασιατικό φύλο» (Εβραίους), αλλά και για τους «Νέγρους», ήταν εντελώς υποτιμητικά.

Ο Gȕnther συσχέτιζε την άσχημη, κατά την προσωπική του εκτίμηση εξωτερική εμφάνιση με τις αδυναμίες, βέβαια όπως ο ίδιος τις εννοούσε, στην πολιτισμική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων οι οποίοι, αντίθετα με αυτόν δεν ήταν Γερμανοί. Κατά την άποψή του, το επίπεδο του πολιτισμού έπεφτε «όσο αραίωνε το σκανδιναβικό αίμα της φυλής». Όμως δεν υπάρχει σκανδιναβικό αίμα. Δεν είναι κάποιο διακριτό στοιχείο, όπως, για παράδειγμα, μια καλλιέργεια μικροοργανισμών. Βέβαια, υπάρχουν ομάδες αίματος, ωστόσο αυτές δεν ορίζουν καθαρές και αυτόνομες ομάδες, οι οποίες είναι αξιοσημείωτο ότι απαντώνται, σε διαφορετική συχνότητα, σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν μεταγγίζαμε το αίμα του Gȕnther σε ένα συμβατό δέκτη από τη Γη του Πυρός, η πολιτισμική συμπεριφορά του δε θα άλλαζε καθόλου.

Τα μυθεύματα περί της φυλετικής καθαρότητας ήταν στο επίκεντρο της αναβίωσης του νεοπαγανισμού στη ναζιστική Γερμανία, μιας ιδεολογίας η οποία αναζητούσε το άλλοθι της ισχύος της στην αρχαιολογία. Τα θεμέλια τα έθεσε ο Gustav Kossina, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της προϊστορίας, ο οποίος περί τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα ανέπτυξε τη θεωρία της «αρχαιολογικής κουλτούρας», δηλαδή τη διαχρονική ύπαρξη ενός αμιγούς λαού με την ίδια θρησκεία, νοοτροπία και εμφάνιση. Ο Kossina διετείνετο ότι μπορούσε να διακρίνει έναν καταυλισμό γερμανικού τύπου έως την προϊστορική εποχή. Πίστευε ότι μπορούσε να διακρίνει τα χωριά όπου ζούσαν οι γερμανόφωνοι λαοί από εκείνα στα οποία ζούσαν οι αρχαίοι Σλάβοι, οι ανατολικοί γείτονες της σύγχρονης Γερμανίας, από την καθαριότητά τους, την τάξη και την έμφαση στις λεπτομέρειες των αρχιτεκτονικών κατασκευών.

Ο Kossina πίστευε πως κάποια σύμβολα, όπως ο αγκυλωτός σταυρός ή σβάστικα και το ρουνικό αλφάβητο, ήταν γερμανικά. Όμως, επειδή η σβάστικα απαντάται σε αρχαιοελληνικά αγγεία και ως ινδικό διακοσμητικό στοιχείο (η διάταξη των εννέα σημείων αναπαριστά τις πρωταρχικές ινδουιστικές θεότητες), ο Kossina κατέληξε ότι πίσω από τους πολιτισμούς αυτούς κρυβόταν η βορειο-γερμανική ιδιοφυϊα. Χρησιμοποιώντας τη δική του αρχαιολογική μεθοδολογία, μπόρεσε να διακρίνει γερμανικούς καταυλισμούς στην εποχή που ο Τάκιτος έγραψε το έργο του Γερμανία, αλλά ακόμα πιο πίσω, στη Νεολιθική Εποχή. Βασική μέριμνα του Kossina ήταν να αποδείξει ότι η ανατολική επαρχία Ostmark, περιοχή η οποία σήμερα ανήκει στην Πολωνία, στην αρχαιότητα ήταν γερμανική. Μετά την ήττα της Γερμανίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τού ανατέθηκε να συντάξει ένα υπόμνημα για τη Συνθήκη των Βερσαλιών, προτάσσοντας τις αξιώσεις της Γερμανίας στην περιοχή αυτή, αίτημα που απορρίφθηκε. Μετά τον πόλεμο οι φοιτητές του Kossina κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στα πανεπιστήμια της Γερμανίας και έπειτα από το θάνατό του, το 1921, πολλοί από αυτούς εντάχθηκαν στο νεοπαγές Ναζιστικό Κόμμα.

Σύμφωνα με τον Gȕnther, η πολιτισμική εξέλιξη άρχισε με την εφεύρεση της γεωργίας, κατί που, εσφαλμένα, απέδωσε στην ψηλή, ξανθή, βόρεια φυλή με τα γαλανά μάτια. Αυτό το πολιτισμικό αγαθό πίστευε πως μεταφέρθηκε προς το Νότο γύρω στα 1200 π.Χ., όταν οι Βόρειοι εισέβαλαν στην Ελλάδα και έθεσαν τις βάσεις του κλασικού πολιτισμού. Οπότε, κατά τον Gȕnther, όλα τα επιτεύγματα των Ελλήνων αποδίδονται στους Γερμανούς. Το αποκορύφωμα αυτής της ρατσιστικής παράκρουσης ήταν ο παράδοξος ισχυρισμός ότι η βόρεια φύση των διαπρεπέστερων Ελλήνων είναι έκδηλη στα αγάλματά τους. Απλώς κοιτάζοντάς τα, σαν να είχε μαντικές ικανότητες, μπορούσε αβίαστα να συμπεράνει ότι είχαν γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Πίστευε πως οι Βόρειοι συνέβαλαν επίσης και στην ανάδειξη της Ρώμης, αλλά σε αυτή την περίπτωση η επιτυχία τους επέφερε την καταστροφή. Καθώς οι διάφοροι λαοί της αυτοκρατορίας αναμείχθηκαν μεταξύ τους, το πολύτιμο βόρειο αίμα αραίωσε επικίνδυνα.

Ο Gȕnther χαρακτήρισε αυτή τη φανταστική διαδικασία ως «αποβορειοποίηση» και υπέθεσε ότι ευθυνόταν για την περίοδο της παρακμής κατά την οποία οι αργυραμοιβοί του εγγύς ασιατικού φύλου μετανάστευσαν στη Ρώμη και άρχισαν να μολύνουν τα γονίδια της άρχουσας τάξης. Οι Ρωμαίοι, εμφανώς θορυβημένοι όταν διαπίστωσαν το λάθος τους, προσπαθούσαν να δείχνουν πιο Βόρειοι. Ο Gȕnther επιστρατεύει με επιτηδειότητα κάποια στοιχεία για να υποστηρίξει τη γελοία θεωρία του: ο σατιρικός ποιητής Γιουβενάλης λέει πως η Μεσσαλίνα φορούσε μια ξανθιά περούκα για να κρύβει τα μαύρα της μαλλιά. «Οι νεόπλουτοι (hominess novi) ανάγκαζαν τις συζύγους και τις κόρες τους να αγοράζουν ξανθά μαλλιά από τη Γερμανία» Ο Αίλιος Ηρωδιανός χαρακτηρίζει τον αυτοκράτορα Καρακάλλα ως «αίμα αφρο-ασιατικό», ο οποίος συχνά φορούσε ξανθιά περούκα και κυκλοφορούσε με γερμανική αμφίεση». Στην πραγματκότητα, είναι εύκολο να βρει κανείς αναφορές κατά τις οποίες οι αργόσχολες τάξεις ντύνονται σαν Αιγύπτιοι ή σαν γάιδαροι ή με τα ρούχα του αντίθετου φύλου. Στο φανταχτερό κόσμο της αρχαίας Ρώμης το να «παίζουν τους βαρβάρους» ήταν μια από τις πολλές διασκεδάσεις τους. Το γεγονός ότι, κατά τον Gȕnther, ο Νέρωνας είχε ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια δεν περιποιεί τιμές στα πνευματικά χαρίσματα της βόρειας φυλής.

Εξαιτίας της μείξης του αίματος, η παρακμή της Ρώμης ήταν αναπόφευκτη, όπως θεωρούσε ο Gȕnther. Αποδυναμωμένη πια λόγω της αιμομειξίας, η αυτοκρατορία κατέρρευσε. Η αρχή του τέλους φάνηκε στη μάχη του Τευτοβούργειου Δρυμού, το 9 μ.Χ., όπου οι Ρωμαίοι υπέστησαν την πρώτη μεγάλη ήττα από τις γερμανικές φυλές του Βορρά. Όμως, κατά τον Gȕnther, το βόρειο αίμα διατηρήθηκε για λίγο ακόμα και μετά την πτώση της Ρώμης, λόγω της συρροής μισθοφόρων από τη Γερμανία. Βέβαια, στο τέλος η ειδεχθής επιρροή των «εγγύς ασιατικών φύλων, των ανατολικών, των χαμιτικών και των νεγροειδών στοιχείων», αλλά και των αλπικών και δειναρικών φυλών που εισέβαλλαν από το Βορρά, σηματοδότησε, σύμφωνα με την εκτίμησή του, «το τέλος των πάντων, έναν πραγματικό φυλετικό βάλτο, στον οποίο ο εκφυλισμός και η αποσύνθεση ανέθρεψαν τις βδελυρές εκείνες καταστάσεις που γνωρίζουμε για τις τελευταίες ημέρες της Ρώμης».

Για το Γ’ Ράιχ, οι συνέπειες αυτής της ευφάνταστης και εσκεμμένα προσβλητικής ιστορίας ήταν ξεκάθαρες. Μόνον αν περιφρονούσαν τα σύνορα της φυλής οι Γερμανοί θα μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα κυβερνήσουν τον κόσμο, μιας και θεωρούσαν δεδομένο πως αυτό ήταν το πεπρωμένο τους. Ανέπτυξαν με ζήλο τις ιδέες του Galton περί της ευγονικής και υπερασπίστηκαν την άποψη της «φυλετικής υγιεινής», δηλαδή την απομάκρυνση του «βρόμικου αίματος». Ξεκίνησε μια λατρεία του σωματικού κάλλους, του γυμνισμού και της άθλησης, εναλλασσόμενη με καλοσιδερωμένα κοστούμια και αστραφτερές στολές. (Κάτω από το ετεροφυλοφιλικό προσωπείο δεν έλειπαν, βέβαια, και οι πινελιές του Τομ του Φινλανδού.)
Francis Galton, ξάδελφος του Δαρβίνου, με βάση τις πεποιθήσεις της εποχής του για τις πνευματικές διαστάσεις της ανθρώπινης αναπαραγωγής, ισχυριζόταν ότι όλα τα ηθικά και πνευματικά γνωρίσματα στους ανθρώπους είναι κληρονομήσιμα. Ζητούσε μια καλύτερη, πιο επιστημονική αναπαραγωγική διαδικασία για τους ανθρώπους, όπως αυτή που ήδη εφαρμοζόταν για τα άλογα του ιπποδρόμου, ώστε να επικρατήσουν «οι ευγενέστερες ποικιλίες του ανθρώπου».  Αυτές οι ιδέες περί ευγονικής ενέπνευσαν αργότερα τη Marie Stopes, οπότε σκέφτηκε να μεταδώσει στις μάζες διάφορες πληροφορίες για την αντισύλληψη, ώστε οι κατώτερες τάξεις της Αγγλίας (αλλά και όσοι φορούσαν γυαλιά) να «ανακουφίζονται» σεξουαλικά για να μην επιφορτίζουν τις επερχόμενες γενιές με τα χαμηλής ποιότητας γονίδια τους. Επειδή στην εποχή του Δαρβίνου και του Galton, τα γονίδια δεν είχαν ανακαλυφθεί, ο Galton πίστευε ότι το μυστικό της κληρονομικότητας κρύβεται στο αίμα. Στο σπίτι του διατηρούσε πάρα πολλά κουνέλια από διάφορες ποικιλίες, τα οποία υπέβαλλε σε συχνές μεταγγίσεις –το ένα με το αίμα του άλλου- σε μια μάταιη προσπάθεια να αλλάξει το χρώμα της γούνας τους.
Touko Laaksonen, γνωστός και ως Τομ ο Φινλανδός, Φινλανδός ζωγράφος του εικοστού αιώνα, γνωστός για τους φετιχιστικούς και στυλιζαρισμένα ερωτικούς πίνακές του και τη βαθιά του επίδραση στην γκέι κουλτούρα]

Ο Χίμλερ επανερμήνευσε τα αρχαιολογικά δεδομένα της Ύστερης Παλαιολιθικής Εποχής στην Ευρώπη σύμφωνα με τις υποτιθέμενες σχέσεις της σημιτικής με τη χαμιτική φυλή, όπως διατυπώθηκε από τον Gobineau. Αναγνώρισε στις Αφροδίτες του Willendorf και του Dolní Věstonice στεατοπυγία της μορφής που απαντάται σήμερα στις γυναίκες των Βουσμάνων. Στιγμάτισε τους Ευρωπαίους της Εποχής των Παγετώνων ως μια νόθη φυλή «Οτεντότων-Εβραίων», μια κατώτερη και ρυπαρή γενιά, η οποία εξαφανίστηκε όταν επέλασαν προς το Νότο οι ευγενείς Βορειο-Γερμανοί αγρότες.

Το Ναζιστικό Κόμμα οργάνωσε πολλές νεοπαγανιστικές πορείες, συγχωνεύοντας θρησκευτκά σύμβολα αρχαίων θρησκειών με χριστιανικά.  Οργάνωσαν τα περίφημα στρατόπεδα αναπαραγωγής, όπου ενθάρρυναν το σεξ με πολλούς συντρόφους μεταξύ γυναικών «ευγενούς καταγωγής» με την ελίτ του κόμματος. Δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου, εκτός από Εβραίοι και Τσιγγάνοι, εγκλείονταν και ομοφυλόφιλοι και παρενδυτικοί με το πρόσχημα ότι ήταν «μη λειτουργικοί», απόβλητοι της κοινωνίας. Δεν ξέρουμε τι θα έλεγαν οι αρχαίοι παρενδυτικοί Γερμανοί ιερείς, τους οποίους αναφέρει ο Τάκιτος, όμως αυτοί σίγουρα δεν είχαν θέση στο ναζιστικό παραμύθι. Ή, όπως εύστοχα το έθεσε ο ιστορικός E.H. Hobsbawm: «Το να παραποιείς την ιστορία σου είναι μέρος του να είσαι έθνος».

Και μ’ αυτή την εξαιρετική φράση τελειώνει ο Taylor το κεφάλαιο «Οι Ναζί προτιμούν τις ξανθιές».



Ο λόγος που παρέθεσα όλες αυτές τις γελοίες θεωρίες, πέρα από την απολαυστική αφήγηση του Taylor, ήταν να για να μάθεις από πού ξεκινάν όλες οι παρόμοιες απόψεις που κυκλοφορούν σήμερα αδέσποτες στο διαδίκτυο και αλλού. Είναι για να χαρακτηρίσεις ως ρατσιστικές όλες τις απόψεις που αφορούν σε εθνικά στερεότυπα και ποιότητες λαών. Και στην Ευρώπη σήμερα η διαμάχη, σε οικονομικό-πολιτικό επίπεδο, μεταξύ βορείων και νοτίων είναι βαθύτατα ρατσιστική στο βαθμό που συμπληρώνεται και με άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Και κάτι ακόμα: οι ρατσιστικές απόψεις δεν έχουν εθνικότητα, δεν αποτελούν ίδιον ενός μόνο λαού. Ξεκινώντας από το σχόλιο του Hobsbawm μπορούμε να ανατρέξουμε την περίοδο που το ελληνικό κράτος συγκροτούνταν ως έθνος, το 19ο αιώνα, και να δούμε ανάλογες ρατσιστικές διατυπώσεις. Στη θεωρία του ελληνικού ρομαντισμού εξέχουσα θέση έχει η θεμελίωση της έννοιας του «περιούσιου λαού» κι εκεί μπορεί κανείς να βρει μια ιεράρχηση των εθνών, με τους Έλληνες φυσικά να βρισκονται στην κορυφή της πυραμίδας και με την υποσημείωση «μετά δε τους Ελληνας, ήρχοντο οι άγγελοι». Το αν αντιμετωπίζουμε αυτές τις ρατσιστικές απόψεις ως γραφικές και όχι ως επικίνδυνες είναι γιατί δεν είχαν καμιά απολύτως επίδραση στη θεωρία του ναζισμού, όπως συνέβη με τις απόψεις άλλων Ευρωπαίων διανοητών. Παρόλα αυτά, αυτές οι απόψεις έχουν καταντήσει πολύ της μόδας σήμερα, ιδιαίτερα στις τάξεις των αρχαιόπληκτων και των κοκορόμυαλων Ελληναράδων, που θεωρούν τους Έλληνες δημιουργούς των πάντων, που ως άλλοι οπαδοί του Ρα, περιπλανήθηκαν την οικουμένη και διέδωσαν τα καλούδια του πολιτισμού τους. Τέτοιες φαντασιοπληξίες δεν έχουν καμιά σχέση με τον ανθρώπινο πολιτισμό, είναι ξεκάθαρα ρατσιστικές. Και μην εκπλήσσεσαι που η Χρυσή Αυγή μπερδεύει τον παγανισμό με το χριστιανισμό. Ήδη θα πρόσεξες ότι ανήκει και αυτό στις πρακτικές του ναζισμού. Και κυρίως να μην είσαι ανυποψίαστος. Τώρα πια ξέρεις.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ποιος Καβάφης;

Και ξαφνικά η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ανακηρύξει το 2013 σε έτος Καβάφη –γιορτάζοντας τα 150 χρόνια από τη γέννησή του. Το πρόβλημα με τέτοιου είδους ανακηρύξεις, με βραβεύσεις ή με την ένταξη στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ότι όλα αυτά απομυζούν  από τον ποιητή –τον κάθε ποιητή- και από την ποίηση τον όποιο ριζοσπαστισμό ή/και επαναστατικότητα  διαθέτει. Η θέσμιση ενός ποιητή αποσιωπά κάποιες πλευρές του έργου του που μας φέρνουν σε αμηχανία και δεν συνάδουν με το πνευματικό, εκπαιδευτικό, ακαδημαϊκό, κοινωνικό πρότυπο, που αυτός καλείται να ενσαρκώσει. Ο Σεφέρης για παράδειγμα, κορυφαίος ποιητής, παγκόσμια καταξιωμένος –όση καταξίωση φέρνει το Νομπέλ- πνευματικός ηγέτης σε δύσκολες για την Ελλάδα ιστορικές στιγμές, απαραίτητος σε κάθε σχολικό εγχειρίδιο και πανεπιστημιακή διδασκαλία –αλήθεια πως συμβιβάζεται αυτό το πρότυπο με το παρακάτω γράμμα προς τη γυναίκα του, Μαρώ;

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Το όραμα μιας νέας, ευτυχισμένης χώρας


Συγκρίνοντας το πρώτο κείμενο που ανάρτησα Πρωτοχρονιά –απόσπασμα από το Πεθαίνω σα χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη- με το φετινό, σκέφτομαι πόση απόσταση έχω διανύσει από την πλήρη άρνηση –γκρινιάρη και σπασίκλα μ’ έλεγαν οι φίλοι μου- μέχρι την αισιοδοξία που έχω αποκτήσει, και που ολοένα μεγαλώνει, για την τύχη αυτής της χώρας. Θα μου πείτε, είσαι τώρα αισιόδοξος, που οι περισσότεροι Έλληνες έπεσαν σε κατάθλιψη; Ε, ναι. Αυτή είναι η διαφορά μας. Γιατί δεν ήμουν καθόλου αισιόδοξος τον καιρό της ευμάρειας και της ευδαιμονίας, τον καιρό του αμίμητου «ισχυρή Ελλάδα», αλλά αισιοδοξώ τώρα που έσκασε αυτή η φούσκα, που έσπασε αυτή η βιτρίνα, και μπορούμε να δούμε την κακομοιριά μας κατάματα, που παντα είχαμε, αλλά δεν τη βλέπαμε. Και το να είσαι κακομοίρης και να πιστεύεις ότι είσαι ευδαίμων -είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σ’ ενα άνθρωπο, σ’ ένα λαό, σε μια χώρα. Τώρα λοιπόν που καταλάβαμε το τι πραγματικά είμαστε, μπορούμε να αισιοδοξούμε, να επιδιώκουμε έναν καλύτερο εαυτό, να ονειρευόμαστε μια καλύτερη χώρα σαν κι αυτή που ζούσε ο Αίλιος Αριστείδης τον 2ο αι. μ.Χ.

Θέλω να μεταφέρω τις θερμότερες ευχές μου στην ελληνική κυβέρνηση, ώστε να επιτύχει στο έργο της... -αρκεί βέβαια να μείνει προσηλωμένη στους στόχους της και τις δεσμεύσεις της και να πάψουν οι υπουργοί της να λειτουργούν σαν νταβατζήδες προσφέροντας προστασία σε συγγενείς και φίλους τους με σκοπό τη φοροδιαφυγή!

Ρώμης εγκώμιον



(...) Έμελλε να ανακαλύψετε και να τελειοποιήσετε εσείς, αυτό που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν όλοι οι προηγούμενοι. Και τούτο δεν είναι άξιο απορίας. Όπως σε κάθε τομέα έρχεται η τέχνη γα να επεξεργαστεί την ακατέργαστη ύλη, έτσι κι όταν γεννιέται μια απέραντη αυτοκρατορία αξεπέραστης δύναμης, δημιουργείται η τέχνη της διακυβέρνησης για να την στηρίξει, και η μία ενισχύει την άλλη. Γιατί η μεγαλοσύνη μιας αυτοκρατορίας συσσωρεύει τεράστια αποθέματα εμπειρίας ενώ ταυτοχρόνως μία εξουσία αναπτύσσεται ορθά και φυσιολογικά μέσα από την γνώση της καλής διοίκησης. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν το θαυμασμό για το μοναδικό μεγαλείο του τρόπου που οι πολιτικοί σας συνέλαβαν το ιδεώδες της διακυβέρνησης. Τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σας –και λέγοντας αυτοκρατορία, εννοώ όλη την οικουμένη-, τους χώρισαν σε δύο καητηγορίες: τους καλύτερους, τους πιο καλλιεργημένους και ευγενείς και άξιους, όπου και να βρίσκονται και δίχως εξαιρέσεις, τους χρίσατε ισότιμους μ’ εσάς πολίτες ή, καλύτερα, συμπατριώτες∙ στους υπόλοιπους επιφυλάξατε το ρόλο του υπηκόου. Μήτε η θάλασσα μήτε οι αχανείς εκτάσεις που παρεμβάλλονται δεν εμποδίζουν να έχει κανείς την ιδιότητα του πολίτη. Εδώ δεν υπάρχει διαχωρισμός Ασιατών και Ευρωπαίων. Τα πάντα είναι ανοιχτά και κοινά για τους πάντες. Δεν λογαριάζεται για ξένος όποιος είναι ικανός να ασχοληθεί με τη διοίκηση και είναι άξιος εμπιστοσύνης. Καθιερώσατε τη δημοκρατία σε ολόκληρη τη γη, μια δημοκρατία που λειτουργεί υπό την άριστη καθοδήγηση και κοσμητεία ενός ηγέτη∙ και οι πάντες συναντιούνται σε μια κοινή αγορά θαρρείς, για να λάβει ο καθείς ό,τι του αξίζει. Ό,τι είναι μια πόλη κράτος για τα σύνορα και τα εδάφη της, είναι η Ρώμη για την οικουμένη όλη, καθώς αναδείχτηκε σε κοινό άστυ όλων (...) Σαν μεγάλος λαός που είστε, δώσατε στην πόλη σας μέγιστες διαστάσεις. Θα μπορούσατε να φανείτε αλαζόνες και να κάνετε την πόλη απρόσιτη και ζηλευτή, αρνούμενοι να μοιραστείτε τα προνόμιά της με άλλους. Όμως εσείς αναζητήσατε πλήρωμα αντάξιό της, και τ’ όνομα «Ρωμαίος» το κάνατε όνομα ενός ολόκληρου γένους ανθρώπων και όχι του κατοίκου μιας πόλης.(...)



(...) Σαν σε πανηγύρι, η οικουμένη όλη έχει πετάξει πια από πάνω της την παλιά σιδερένια φορεσιά, και ελεύθερη στρέφεται στις χαρούμενες απολαύσεις και στον πολιτισμό. Οι πόλεις ξέχασαν τις παλιές τους διαμάχες, και μόνο μία αντιζηλία έχει απομείνει: ποια θα είναι η πιο ευχάριστη και η πιο όμορφη. Παντού βλέπεις γυμναστήρια, κρήνες, προπύλαια, ναούς, εργαστήρια, δασκάλους και σχολειά∙ θα μπορούσε κανείς, χρησιμοποιώντας ιατρική ορολογία, να πει ότι η οικουμένη, άρρωστη από γεννησιμιού της, τώρα πια βρήκε την υγειά της. Τα δώρα σου είναι αστείρευτο ποτάμι που κυλά σ’ όλες τις πόλεις, κι είναι αδύνατο να βρεις έναν τόπο πιο ευνοημένο από άλλον, γιατί η γενναιοδωρία σου μοιράζεται ακριβοδίκαια σε όλους. Οι πόλεις λάμπουν από ομορφιά και χάρη, κι η γης είναι στολισμένη σαν βασιλικός κήπος. Οι καπνοί των μαχών στις πεδιάδες κι οι πυρσοί του πολέμου, σαν να τους φύσηξε ο δυνατός αέρας, σκόρπισαν πέρα από στεριά και θάλασσα, κι αντί γι’ αυτά βλέπεις μιαν ανείπωτη ομορφιά, βλέπεις αμέτρητους αθλητικούς αγώνες και παιδιές, και γιορτές που δεν σταματούν ποτέ –θαρρείς και οι γιορτές είναι το άσβεστο ιερό πυρ που μεταφέρεται πότε εδώ και πότε εκεί και πάντα κάπου ανάβει, κι οι άνθρωποι το τιμούν με αξιωσύνη. Μόνοι αξιολύπητοι είναι όσοι ζουν έξω από την επικράτειά σας, όπου κι αν βρίσκονται, και στερούνται τέτοια αγαθά. Και κείνο που άκουγες να το λεν οι πάντες, ότι η γη είναι μάνα και κοινή πατρίδα όλων, το επαληθεύσατε εσείς με τον καλύτερο τρόπο. Σήμερα Έλληνες και βάρβαροι μπορούν ελεύθερα να ταξιδέψουν όπου θέλουν, με χέρια άδεια είτε γεμάτα, από τόπο σε τόπο και πάντα να θαρρούν πως βρίσκονται σε πάτριο έδαφος: τις πύλες της Κιλικίας δεν τις φοβάται πια κανείς, μήτε τα στενά περάσματα από την Αραβία στην Αίγυπτο∙ κανείς δεν έχει να φοβηθεί άγριες φυλές, δύσβατα βουνά, φαρδιά ποτάμια. Αρκεί να είναι κανείς Ρωμαίος ή υπήκοός σας, και θα νιώσει ασφαλής. Τα λόγια του Ομήρου, «γαῖα δ’ ἔτι ξυνὴ πάντων», τα κάνατε πραγματικότητα, γιατί κατανείματε τον κόσμο ολόκληρο, δαμάσατε τα ποτάμια χτίζοντας αμέτρητες γέφυρες, ανοίξατε δρόμους αμαξιτούς μέσα από τα βουνά, γεμίσατε την έρημο με σταθμούς και φυλάκια και εξημερώσατε τον κόσμο όλο με τάξη και μέθοδο. (...)

μετάφραση: Γιάννης Αβραμίδης, από το βιβλίο του Sir Richard Livingstone, Η Αποστολή της Ελλάδας, Θύραθεν εκδόσεις 2001.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Μελέτη θανάτου

Σκέφτομαι πολύ πάνω στο θάνατο, και ο λόγος που το κάνω δεν είναι εξαιτίας κάποιας πεισιθανάτιας διάθεσης που με κατέλαβε, αλλά για να ξεπεράσω το φόβο που μας προκαλεί. Χωρίς αυτό το φόβο ορίζεις αλλιώς τη ζωή σου. Ιδιαίτερα όταν αρρωστήσεις και έχεις το γιατρό να σιγοντάρει το φόβο σου -με το αζημίωτο βέβαια ας μην κρυβόμαστε. Γι' αυτό, τη μελέτη του θανάτου πρέπει να την κάνουμε όταν είμαστε υγιείς και νηφάλιοι και όχι σε κατάσταση πανικού όταν αρρωστήσουμε. Στην αναζωπύρωση του θέματος αυτή τη χρονική στιγμή συνέβαλε, από τη μια, το πάγιο ενδιαφερόν μου για την ελληνική φιλοσοφία και, από την άλλη, ο συγκυριακός θάνατος της Μαρίας Παπαγιαννίδου. Θα ξεκινήσω με το σχόλιο που άφησα σχετικά στο μπλογκ της Ερινύας. Έγραψα:

"Έχω ρίξει κι εγώ μια ματιά στα σχόλια που γράφονται εναντίον της Μαρίας και των ιδεών της και πρέπει να πω ότι με έχει κουράσει αυτή η κατάσταση. Δεν με ενδιαφέρουν ποσώς τα επιστημονικίστικα επιχειρήματά τους. Το θέμα είναι τι επιλέγει κανείς. Η ζωή μας και ο θάνατός μας μάς ανήκουν αποκλειστικά. Αν μου έλεγαν να επιλέξω ανάμεσα σε 5 χρόνια ζωής στέκοντας στα πόδια μου και ζώντας φυσιολογικά και αναμέσα σε 20 χρόνια που θα μαινοβγαίνω σε νοσοκομεία, σερνόμενος, πειραματόζωο στα τοξικά κοκτέιλ των γιατρών, θα προτιμούσα το πρώτο. Δε λυπάμαι για τη Μαρία. Πρόλαβε και έκανε την επιλογή της. Αποφάσισε να πάρει τη ζωή στα χέρια της και πέθανε με δική της ευθύνη. Και δώ ακριβώς είναι η ουσία ώστε ο άνθρωπος να μη γίνεται άθυρμα των γιατρών: Πρέπει να μάθουμε να μη φοβόμαστε το θάνατο. Δύσκολο, εγώ το προσπαθώ και βρίσκομαι σε καλό δρόμο. Ύστερα πρέπει να έχουμε το θάρρος να βγούμε από τη λίστα θανάτου που από γεννησημιού μας μάς έχουν κατατάξει -το κράτος, το σύστημα, το κατεστημένο; Αν το καταφέρουμε αυτό, τότε το AIDS, ο καρκίνος και ό,τι άλλο φοβερό, γίνεται αστείο και γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια όλα τα παπαγαλάκια που σου τριβελίζουν το μυαλό με το τι θα πάθεις αν διακόψεις τη θεραπεία και κουραφέξαλα. Η Μαρία είχε το θάρρος και βγήκε από τη λίστα και το φόβο του θανάτου τον έκανε οίστρο ζωής -έστω και για λίγο."

Μ' αυτές τις σκέψεις προσέτρεξα σε ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα που, όπως είπα παλιότερα, σκοπεύω να το παρουσιάσω κατά θέματα. Είναι το Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ανθολόγησα τις καταγραφές που αναφέρονται στο θάνατο. Σχεδόν όλες βρίσκονται στο 4ο βιβλίο -γιατί άραγε;- και τις παρουσιάζω στη μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη (εκδ. Θύραθεν 2008). Πάμε λοιπόν!

Ο θάνατος είναι, όπως κι η γέννηση, ένα μυστήριο της φύσης: σύσταση από τα ίδια στοιχεία και διάλυση στα ίδια. Διόλου δεν θά ‘πρεπε να προκαλεί αίσθημα ντροπής, γιατί δεν είναι ενάντιος στη φύση του έλλογου όντος, ούτε παραβαίνει τη λογική της δημιουργίας του. (Δ, 5)

Απόκτησες υπόσταση ως ένα μέρος του όλου. Θα αφανιστείς μέσα σ’ αυτό που σε γέννησε. Ή μάλλον, μέσω του μετασχηματισμού σου, θα σε ξαναδεχτεί ο σπερματικός του λόγος. (Δ, 14)

Μη συμπεριφέρεσαι σαν να πρόκειται να ζήσεις χιλιάδες χρόνια. Το μοιραίο έχει κιόλας γαντζωθεί πάνω σου. Όσο ζεις, κι όσο είναι στο χέρι σου, γίνε άνθρωπος καλός. (Δ, 17)

Όποιος έχει κυριευτεί από πάθος για την υστεροφημία του ούτε που φαντάζεται ότι καθένας απ’ όσους θα τον θυμούνται δεν θ’ αργήσει να πεθάνει, κι ύστερα τα ίδια κι ο διάδοχός του, ώσπου η μνήμη θα σβηστεί τελείως έτσι που προχωρά μέσα από ανθρώπους που ανάβουν και σβήνουν, Και υπόθεσε πως είναι αθάνατοι αυτοί που θα σε θυμούνται, και αθάνατη κι η μνήμη. Εσύ τι έχεις να κερδίσεις; Και δεν εννοώ απλώς ότι για τον πεθαμένο δεν σημαίνουν τίποτα οι έπαινοι∙ μα για τον ζωντανό τι άλλο μπορεί να εξυπηρετεί ο έπαινος πέρα από μια πρακτική σκοπιμότητα; Περιφρονείς δηλαδή άκαιρα τα δώρα που σου προσφέρει η φύση, επειδή δεν έχουν σχέση με λεγόμενα κάποιου άλλου [...] (Δ, 19)

Φέρε στο νου σου, ας πούμε, την εποχή του Βεσπασιανού, και θα δεις όλα να είναι τα ίδια: άνθρωποι να παντρεύονται, να ανατρέφουν παιδιά, νά ‘ναι άρρωστοι, να πεθαίνουν, να πολεμούν, να ξεφαντώνουν, να ταξιδεύουν για δουλειές, να καλλιεργούν χωράφια, νά ‘ναι αλαζονικοί, να υποψιάζονται ή να επιβουλεύονται, να εύχονται το θάνατο κάποιων άλλων, να γκρινιάζουν για την κατάστασή τους, να ερωτεύονται, να θησαυρίζουν, να θέλουν να γίνουν ύπατοι ή βασιλείς. Από τη ζωή αυτών των ανθρώπων δεν έχει απομείνει τίποτα πουθενά. Πέρνα τώρα στην εποχή του Τραϊανού. Όλα ξανά τα ίδια. Χάθηκε κι εκείνη η ζωή. Πάλι, κοίτα προσεχτικά τα σημάδια αλλοτινών καιρών, εθνών ολόκληρων, και δες πόσα έθνη έβαλαν τα δυνατά τους να επικρατήσουν, κι ύστερα από λίγο σωριάστηκαν και διαλύθηκαν. Μα περισσότερο από καθετί συλλογίσου εκείνους που κι εσύ ο ίδιος τους ήξερες, πως κυνηγούσαν μάταιους στόχους, παραμελώντας να κάνουν αυτό που ταίριαζε στη φύση τους, να κρατηθούν από αυτό γερά και να αρκεστούν σ’ αυτό. Κι εδώ είναι απαραίτητο να θυμάσαι ότι ο ζήλος με τον οποίο καταγινόμαστε με το καθετί, έχει τη δική του αξία και το δικό του μέτρο. Έτσι δεν θα σε πιάσει απελπισία, που δεν αφοσιώθηκες περισσότερο απ’ όσο θά ‘πρεπε σε δευτερεύουσες υποθέσεις. (Δ, 32)

Λέξεις κάποτε συνηθισμένες, σήμερα μας φαίνονται ξένες. Το ίδιο και τα ονόματα ανθρώπων ξακουστών κάποτε, που τώρα πια δεν σημαίνουν τίποτα: Κάμιλλος, Ουόλεσος, Δέντατος, και λίγο αργότερα Σκιπίων, Κάτων, και μετά Αύγουστος, και μετά Αδριανός και Αντωνίνος. Γρήγορα όλα ξεθωριάζουν, γρήγορα τα σκεπάζει η λησμονιά. Και μιλάω για ανθρώπους με λάμψη θαυμαστή. Γιατί οι άλλοι, απ’ τη στιγμή που άφησαν την τελευταία τους πνοή, «μην τους είδες, μην τους άκουσες». Τι σημαίνει τελοσπάντων αυτό το «αείμνηστος»; Μια σκέτη ματαιότητα. Λοιπόν, σε τι αξίζει ν’ αφοσιωθούμε; Σ’ ετούτα: σκέψεις γεμάτες δικαιοσύνη, πράξεις ανιδιοτελείς, λόγος που δεν θα αποδεικνύεται ψεύτικος, ψυχική διάθεση που θα καλοδέχεται ο,τιδήποτε συμβαίνει ως κάτι το αναγκαίο και συγγενικό μ’ εμάς, ως κάτι που απορρέει από την ίδια αρχή και την ίδια πηγή. (Δ, 33)

Τα πάντα εφήμερα∙ και εκείνος που θυμάται κάτι, και αυτό το κάτι. (Δ, 35)

Σύντομα θα πεθάνεις, κι ακόμη δεν έγινες απλός και φυσικός και ατάραχος∙ ούτε που ελευθερώθηκες από το φόβο ότι θα σε βλάψει κάτι έξω από σένα∙ κι ούτε είσαι πονετικός με όλους∙ κι ακόμη δεν λες να καταλάβεις ότι σοφία σημαίνει δίκαιες πράξεις. (Δ, 37)

«Μια ψυχούλα είσαι, που βαστάς έναν νεκρό», όπως έλεγε ο Επίκτητος. (Δ, 41)

Αν σου έλεγε κάποιος θεός ότι θα πεθάνεις αύριο ή, το αργότερο, μεθαύριο, δεν θα θεωρούσες σημαντικό το αν θα είναι αύριο ή μεθαύριο –γιατί, ποια η διαφορά;-, εκτός κι αν είσαι πια ολωσδιόλου ποταπός. Έτσι ακριβώς, να μη θεωρείς σημαντικό το αν θα πεθάνεις μετά από πολλά χρόνια ή αύριο. (Δ, 47)

Να σκέφτεσαι συνεχώς, πόσοι γιατροί πέθαναν, που πολλές φορές συνοφρυώθηκαν πάνω από τους ασθενείς τους∙ πόσοι αστρολόγοι που είχαν προβλέψει θανάτους άλλων, θαρρείς κι έκαναν κάτι σπουδαίο∙ πόσοι φιλόσοφοι που υποστήριζαν τα μύρια όσα περί θανάτου ή αθανασίας∙ πόσοι στρατιωτικοί ηγέτες που σκότωσαν κόσμο∙ πόσοι τύραννοι, που εξουσίαζαν τις ζωές των άλλων με φοβερή έπαρση, θαρρείς κι οι ίδιοι ήταν αθάνατοι! Πόσες πόλεις, ολόκληρες πόλεις –ας το πω έτσι- πέθαναν∙ η Ελίκη, η Πομπηία, το Ερκουλάνο και άλλες αναρίθμητες! (Δ, 48)

Είναι βέβαια απλοϊκό, αλλά βοηθά αποτελεσματικά στο να περιφρονείς τον θάνατο: να ξαναθυμάσαι εκείνους που παρέμειναν μέχρι τέλους πεισματικά προσκολλημένοι στη ζωή. Τι παραπάνω κέρδισαν, από εκείνους που έφυγαν πρόωρα; Σίγουρα κάπου είναι θαμμένοι, ο Καιδικιανός, ο Φάβιος, ο Ιουλιανός κι ο Λέπιδος κι όποιος άλλος, σαν κι αυτούς, έθαψε πολλούς ώσπου τέλος θάφτηκε κι ο ίδιος. Κοντολογίς, είναι μικρό το διάστημα της ζωής και αναλογίσου με πόσα και με τι λογής πράγματα εξαντλείται, και σε τι ταπεινό σαρκίο. Μην [το κάνεις ζήτημα] λοιπόν. Δες πίσω σου τον αχανή χρόνο που προηγήθηκε, και μπροστά σου τον μελλοντικό χρόνο που εκτείνεται άπειρο. Μέσα σ’ όλο αυτό, τι διαφέρει ο χρόνος ζωής ενός βρέφους τριών ημερών από το χρόνο κάποιου που θα ζήσει τριπλάσια χρόνια από το Νέστορα; (Δ, 50)

Όποιος φοβάται τον θάνατο, φοβάται είτε την απουσία αίσθησης είτε μια άλλη μορφή αίσθησης. Αλλά αν στερηθείς κάθε αίσθηση, δεν προκειται να νιώσεις κανένα κακό∙ αν πάλι αποκτήσεις άλλου είδους αίσθηση, θα γίνεις αλλιώτικο πλάσμα και δεν θα έχεις πάψει να ζεις. (Η, 58)

Βοηθά πολύ να περιφρονήσεις τον θάνατο η σκέψη ότι τον περιφρόνησαν ως και εκείνοι που ταυτίζουν το αγαθό με την ηδονή και το κακό με τον πόνο. (ΙΒ, 34).

[Εδώ ο Μάρκος αναφέρεται στους Επικούρειους. Πρβ. Επικ. Κύρια Δόξα 2: « Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Και μια κατάσταση αναισθησίας δεν μας αφορά». Με τους Επικούρειους θα επανέλθω στην επόμενη Μελέτη θανάτου.]

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά

Η διαμονή μου για ένα χρονικό διάστημα στη Θράκη, λόγω στρατιωτικής θητείας, με έχει κάνει ευαίσθητο σε θέματα που αφορούν τους κατοίκους εκεί, πολύ περισσότερο όταν αυτά στηρίζονται στην καταγραφή της πραγματικότητας και όχι σε εθνικιστικές και μισαλλόδοξες διαστρεβλώσεις. Μια ρεαλιστική καταγραφή του καθημερινού βίου της "μουσουλμανικής" μειονότητας της Θράκης κάνουν στο λεύκωμά τους οι Έλενα Μοσχίδη και Πέπη Λουλακάκη (έκδ. ''Καστανιώτη'' 2010). Στο βίντεο που ακολουθεί επαναλαμβάνουν περίπου αυτά που αναφέρουν στον πρόλογο του βιβλίου που είναι τα εξής:

«Ξεκινήσαμε αυτό το οδοιπορικό με δική μας πρωτοβουλία και με το πλεονέκτημα, ότι είμαστε γυναίκες τολμήσαμε να σπάσουμε το άβατο τής μουσουλμανικής κοινωνίας τής Θράκης. Έτσι, καταφέραμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τής μειονότητας και να γνωρίσουμε τον επτασφράγιστο κόσμο της.

Με ανεξάντλητη υπομονή και επιμονή, επί δυο χρόνια (2008-2010) και με εφόδιο τη δημοσιογραφική μας εμπειρία σχετικά με την ισλαμική κουλτούρα, μπήκαμε στα σπιτικά των μουσουλμάνων και γίναμε κοινωνοί τής ζωής τους.

Ζήσαμε μαζί τους, μοιραστήκαμε τις αγωνίες και τα όνειρά τους. Γνωρίσαμε την αντιφατική πραγματικότητα των μειονοτήτων: πομάκων, τουρκογενών, ρομά. Ανακαλύψαμε ακόμα μια μειονότητα, εντελώς άγνωστη στον πολύ κόσμο, εκείνη των σουδανών αφρικανών, των οποίων οι πρόγονοι ήρθαν ως σκλάβοι στη χώρα μας επι οθωμανικής κυριαρχίας.

Φωτογραφίσαμε τη σύγχρονη μουσουλμάνα γυναίκα σε προσωπικές της στιγμές. Τα παιδιά και τους νέους στο σχολειό και στη διασκέδασή τους. Τη δουλειά στα καπνά -μια εργασία, που οδεύει προς τη δύση της. Καταφέραμε να μάς χορηγηθεί πολύμηνη άδεια από το Υπουργείο Παιδείας, για να μπούμε στα μειονοτικά σχολεία. Εκεί, γνωρίσαμε τα σοβαρά προβλήματα στην εκπαίδευση - πηγή των προβλημάτων τής κοινωνίας αυτής. Ακούσαμε τους μουσουλμάνους έλληνες πολίτες να μάς αποκαλύπτουν τα καυτά ζητήματα, που απασχολούν την κοινωνικοπολιτική τους ζωή.

Σκοπός μας είναι, μέσα από αυτό το φωτογραφικό λεύκωμα, που βασίζεται στη δημοσιογραφική έρευνα, να παρουσιάσουμε στην υπόλοιπη Ελλάδα τον άγνωστο κόσμο τής ελληνικής Θράκης, ένα όμορφο κομμάτι γης, για το οποίο υπάρχουν άγνοια και αδιαφορία. Ανάλογο εγχείρημα δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και απουσιάζει από την ελληνική βιβλιογραφία.

Η έρευνα για το βιβλίο αυτό ήταν εκτενής, όμως λόγω περιορισμένου χώρου δεν ήταν εφικτό να συμπεριληφθούν όλα τα πρόσωπα και τα ζητήματα, που απασχολούν τις μειονότητες τής Θράκης. Ας αποτελέσει την αφετηρία για περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα...»

Δείτε και την παρουσίαση του βιβλίου στην Ελεύθερη Έρευνα

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Αίμα ακόμη: οι τουρκικές ρίζες ενός νεοελληνικού τοπωνυμίου.

Ο Πίρι Ρέις

Μιλώντας για το ιστορικό, συλλογικό, παρελθόν μας, οι Έλληνες τείνουμε να διαγράφουμε - ή να μη θέλουμε να θυμόμαστε- ιστορικές περιόδους, που δεν μας είναι αρεστές ή που δεν ταιριάζουν στον εθνικό μύθο που έχουμε δημιουργήσει και με τον οποίο έχουμε διαπαιδαγωγηθεί. Δεν είμαι εναντίον τέτοιων μύθων, που θεωρώ απαραίτητους για την υπόσταση μιας κοινότητας ανθρώπων –ή ενός έθνους εν προκειμένω- στο βαθμό που η προβολή στο συμβολικό επίπεδο καθίσταται αναγκαία ώστε αυτή η κοινότητα να δημιουργήσει και να καταξιώσει την πορεία της στο χρόνο, με τον ίδιο τρόπο που, σε ατομικό επίπεδο, κάθε άνθρωπος δημιουργεί το υπερ-εγώ και οικοδομεί την ατομική συνείδηση στη βάση κοινωνικών, εθνικών, θρησκευτικών ή άλλων συμβολισμών.

Ειδικότερα, όσον αφορά την εθνική συνείδηση, οι Έλληνες έχουμε την τάση να ανάγουμε την αρχή της ύπαρξής μας στους αρχαίους Έλληνες, παραβλέποντας –εσκεμμένα πιστεύω- το γεγονός ότι σ’ αυτό το χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα δεν ζούσαν από την αρχή Έλληνες –οι Κυκλαδίτες και οι Μινωίτες όσο και αν δεν μας αρέσει δεν ήταν Έλληνες- αλλά και ότι κατά τη διάρκεια των αιώνων οι Έλληνες αποτέλεσαν κομμάτι μεγάλων κοσμοπολίτικων κρατικών σχηματισμών όπως η Ρωμαϊκή και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στους οποίους ενσωματώθηκαν και ανέπτυξαν αξιολογότατη δράση. Όταν μιλάμε για Ρωμαίους Έλληνες ή για Οθωμανούς Έλληνες δεν εννοούμε βέβαια «εθνικά» αλλοτριωμένους, από την κατάκτηση, Έλληνες αλλά ούτε και «εθνικά» ακέραιους Έλληνες που σε πείσμα των κατακτητών διατήρησαν την «ελληνικότητά» τους∙ περισσότερο αναφερόμαστε σε νέους τύπους Ελλήνων που δημιούργησε μοιραία η αλληλεπίδραση των πολιτισμών.

Αν και είναι εύκολο να αποδεχτούμε την συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση με τους αδερφούς Ρωμαίους υπό την ομπρέλα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού –άραγε έχετε συλλογιστεί ότι είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο που καναδυό αιώνες πριν αλλά και σήμερα ακόμη αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί;- τα πράγματα γίνονται άβολα όταν μιλάμε για την οθωμανική περίοδο της ιστορίας μας. Σπεύδουμε μάλιστα να κάνουμε πέρα ή να κουκουλώσουμε οποιαδήποτε αναγωγή λέξεων ηθών και εθίμων σ΄αυτή την περίοδο εφευρίσκοντας διόδους επικοινωνίας με την αρχαία Ελλάδα υπερπηδώντας έτσι τα οθωμανικά εμπόδια. Όσο όμως κι αν θέλουμε να κρυφτούμε, το οθωμανικό μας παρελθόν είναι εκεί στη γωνία και γελάει πονηρά∙ αντί λοιπόν να αισθανόμαστε αμηχανία, καλύτερα είναι να το κοιτάξουμε κατάματα. Θα νιώσουμε λυτρωμένοι από πολλές απόψεις. Μια τέτοια ματιά στην Οθωμανική Ελλάδα θα επιχειρήσω κι εγώ σήμερα αναζητώντας τις τουρκικές ρίζες ενός νεοελληνικού τοπωνυμίου.

Διαβάστε περισσότερα

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο 2: Απάντηση στον συγγραφέα της Κρυφής αγάπης.

Δεν τηνε δίνω εγώ, αλλά ο Τατσιημπάνα-Νο-Κιγιόκι.
Και εδώ πείραξα την μετάφραση και έφτιαξα μαντινάδα















Όντας θα βρέχεις το μανίκι σου με δάκρυα 'τι θα σου λείπει,
για το νεκρό σου σύντροφο σα θέλεις να θρηνήσεις-
τη νύχτα που κανείς δε σε θωρεί,
τη νύχτα να πενθοφορήσεις.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικο: Ο Γιαπωνέζος απ' την Κρήτη.

Κατακλυζόμαστε αυτές τις μέρες από πληροφορίες σχετικές με τα εορταστικά έθιμα των Ελλήνων, που παρουσιάζονται με αρκετές δόσεις αυτοθαυμασμού για την ευρηματικότητα και εκφραστικότητα της φυλής, τον πλούτο της παράδοσης κτλ κτλ, λες και είμαστε οι μοναδικοί στον κόσμο που μπορούμε να εκφράζουμε με τέτοιο τρόπο τα ανθρώπινα συναισθήματα. Ξεφύλλιζα μια ανθολογία γιαπωνέζικης ποίησης των εκδόσεων Σμίλη και το μάτι μου έπεσε στον άγνωστο ποιητή της Κρυφής αγάπης. Πείραξα λίγο τη μετάφραση του Τάσου Γεωργίου και έφτιαξα μια κρητική μαντινάδα. Τι θέλω να πω μ' αυτό; Ότι τα ανθρώπινα αισθήματα μπορεί να τα εκφράζει κάθε άνθρωπος είτε βρίσκεται στην Άπω Ανατολή είτε στην Αφρική είτε στην Αμερική, όπου γης τελοσπάντων, χωρίς κανείς να διεκδικεί την αποκλειστικότητα!














Κρυφά και μυστικά εσύ με αγαπάς
κι εγώ μεγάλη αγάπη σού 'χω.
Άμα πεθάνει ο ένας απ' τους δυο
πώς ο άλλος θα φορεί πένθιμο ρούχο;

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Της τύχης και του ύπνου

Κοιμάμαι κι η τύχη μου δουλεύει; Όχι, ακριβώς. Δεν τα συνδέω έτσι. Αναφέρομαι στους αντίστοιχους ορφικούς ύμνους και σκέφτομαι πόσο απλά κι όμορφα οι αρχαίοι Έλληνες διαπραγματεύονται έννοιες βασικές του πρακτικού βίου, σημαντικές για τη ζωή που ήθελαν, που κάποτε έγιναν προσευχές σε θεότητες, αλλά μετέπειτα, αποστερημένες της θρησκευτικότητάς τους, ακούγονται σαν ξόρκια για το ανθρώπινο μυαλό. Έτσι, μιλάω κι εγώ για την τύχη και τον ύπνο, πράγματα που χρειάζομαι όσο τίποτα άλλο τούτη την περίοδο.



Της Τύχης
θυμίαμα, λιβάνι

Εδώ, στις προσευχές μου σε καλώ,
Τύχη, καλή αφέντρα,
γλυκιά σαν μέλι, που γυρνάς στους δρόμους
κα στις ευτυχισμένες περιουσίες,
Άρτεμη αρχηγέ, μεγάλο τ’ όνομά σου,
που από το αίμα του Ευβουλέως κατάγεσαι,
με περηφάνεια ακαταμάχητη,
στους τάφους τριγυρνάς, πλανιέσαι εδώ και κει,
κι οι άνθρωποι σε τραγουδάνε.
Γιατί από σένα, άπειρες μορφές
παίρνει ο βίος των θνητών∙
σε άλλους δίνεις πλήθος αποκτήματα
που φέρνουνε μεγάλη ευτυχία,
σ’ άλλους φτώχεια κακή,
που τη χολή ξυπνάει στην καρδιά τους.
Όμως, σου δέομαι, θεά,
να έλθεις στη ζωή μας ευμενής,
χαρές γεμάτη
κι ευτυχισμένες κτήσεις.


Του Ύπνου
θυμίαμα με παπαρούνα

Ύπνε,
άρχοντα όλων των μακάριων θεών
και των θνητών ανθρώπων,
κι όλων των ζώων, όσα τρέφει η πλατιά γη∙
στα πάντα μόνος κυριαρχείς,
στα πάντα έρχεσαι,
τα σώματα δεσμεύεις μ’ αλυσίδες
που από χαλκό δεν είναι καμωμένες.
Απ’ τις φροντίδες μάς λυτρώνεις,
στους κόπους δίνοντας ανάπαυση γλυκιά,
κι άγια παρηγοριά προσφέροντας
στην κάθε λύπη∙
γιατί είσαι γνήσιος αδελφός
και του Θανάτου και της Λήθης.
Σου δέομαι, μακάριε,
να έρχεσαι γλυκός κι ανάλαφρος,
στους μύστες ευμενής προστάτης
όταν τα θεία έργα εκτελούν.

μτφ. Τώνια Μαρκετάκη, εκδ. Εξάντας 1995)

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Το βέλασμα του θεού


Ο τραγόμορφος Πάνας, ο αμνός Χριστός, η ανά(σ)ταση του σώματος, ο νέος Παράδεισος...

Το μέγα βέλασμα, ή Παν-Ιησούς Χριστός

…caw-caw all Visions of the Lord.

A. Ginsberg

Όταν βαρέα βάρη επωμίζονται σε προκυμαίες, σε κρηπιδώματα σταθμών, σε αυλές και δρόμους, σε λιπαρά μέσα σκατά πατώντας, της καθημερινής ζωής οι αχθοφόροι, τους άτλαντας του κόσμου αχρηστεύοντας, οι άνεργοι άτλαντες διάτορα βογγούν με στοναχάς, με θρήνους.

Και όμως, την ώρα που αίρονται τα βάρη (ζεμπίλια και σάκκοι λογής-λογής με πράγματα ακατονόμαστα γεμάτοι – τουτέστι γεμάτοι κρίματα, γεμάτοι αμαρτίες) η Οικουμένη ακόμα ζει και οτέ μεν αγάλλεται, οτέ δε (πολύ συχνότερα) βαριά στενάζει, κάτω από τα βάρη των βαρέων βαρών (όπλα πυρηνικά, πραμάτιες απατηλές, ψέματα ποικίλα – όλα σκατά, όλα αμαρτίες) την ίδια ώρα ακούεται – και τούτο μοιάζει πάντοτε με θαύμα- ακούεται πάντοτε και εις τους αγρούς, και μεσ’ στις πόλεις, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και κάτω από τ’ αστέρια, ακούεται πάντοτε ένα μεγάλο βέλασμα (μπεέ-μπεέ) καλύπτοντας τον θρήνο των ατλάντων, ένα θεσπέσιο βέλασμα από φωνήν αλέκτορος πιο καθαρό, πιο πλήρες, εν μέγα βέλασμα φωτοβριθές (μπεέ-μπεέ, μπεέ-μπεέ) που την ελπίδα σπέρνει στις ψυχές αυτών που το ακούνε, εν μέγα βέλασμα σαν καθαρό νερό από των ουρανών τους καταρράκτας πίπτον, ένα μεγάλο βέλασμα ωραίου αμνού (μπεέ-μπεέ) εν βέλασμα νεαρού κριού (μπεέ-μπεέ) που όσοι το ενωτίζονται μεγάλες στέρνες γίνονται του ανεσπέρου λόγου, εν βέλασμα που όσοι το ενστερνίζονται σώζονται πάντα, ένα μεγάλο βέλασμα σαν μέσ’ από χωνί τεράστιου τηλεβόα, εν μέγα βέλασμα αμνού ( ενός αμνού που εις το Περού θα ημπορούσε κάλλιστα και λάμα νάναι) το βέλασμα νεαρού κριού με ωραίους ευμεγέθεις όρχεις, το βέλασμα του αγαθού αμνού (μπεέ-μπεέ, μπεέ – ω δόξα, δόξα Αλληλούια!) το βέλασμα του ωραίου αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Από τη συλλογή Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος 1987.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Tης μη συμμορφώσεως οι άγιοι


Αιρετικά θα κυλήσει και φέτος η Μεγάλη Εβδομάδα, κόντρα στην ορθόδοξη προσέγγιση, κόντρα στην άθεη εκμηδένιση, με πυξίδα την ποιητική μετουσίωση του Ανδρέα Εμπειρίκου, που μέσα στην πεζότητα αλλά βαθύτατη ρυθμικότητα του ποιητικού του λόγου καταφέρνει να αναδείξει τη σαρκική πλευρά της θρησκευτικότητας στο αποκορύφωμα του θείου δράματος, την ανάσταση του σώματος, την ουσία της ζωής.


Οι Μπεάτοι, ή της μη συμμορφώσεως οι άγιοι


Ἀπεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ, «... γνωστὸν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν, καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦμεν». Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐπλήσθη θυμοῦ... καὶ ἄνδρας ἰσχυροὺς ἰσχύι εἶπε πεδήσαντας τον Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ ἐμβαλεῖν εἰς τὴν κάμινον τὴν καιομένην... Καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι... ἔπεσον ἐν μέσῳ τῆς καμίνου ἐπὶ πήχεις τεσσαράκοντα ἐννέα· καὶ διώδευσε καὶ ἐνεπύρισεν οὕς εὔρε περὶ τὴν κάμινον, καὶ ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς τῆς καμίνου... ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον, καὶ οὐχ ἥψατο αὐτῶν τὸ καθόλου τὸ πῦρ... Τότε οἱ τρεῖς, ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ὕμνουν καὶ ηὐλόγουν καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐν τῇ καμίνῷ...

Δανιήλ




Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ, ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse, o Arthur Rimbaud, o Raymond Roussel, o Alfred Jarry και ορισμένοι άλλοι, ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες, όπως
Ο William Blake
O Shelley
O Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
O David Thoreau
O Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ.Π. Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
Ο Νίτσε
Ο Victor Hugo
Ο Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός
Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω –έκαστος στην ιδική του γλώσσα- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των, άπαντες, εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν, με λόγια που μεθερμηνευόμενα –όχι από τους ορθολογιστάς- το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές- τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα –φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.

Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μέσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.

Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Αρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez sur les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez sur les routes), απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ’ των τρελών τις άναρθρες κραυγές και απ’ των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούια! Αλληλούια!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούια! Αλληλούια!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούια! Αλληλούια!) τον ερχομό και την ανάγκη των νέων Παραδείσων ψάλλουν!

Από τη συλλογή Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος 1987.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τῇ Ὑπερμάχῳ: ποια ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός του Βυζαντίου;


Πάντα για μένα ήταν μια σπαζοκεφαλιά. Πώς ήταν δυνατό η αγνή, αθώα εβραιοπούλα Μαριάμ να έχει επωμιστεί ενα τέτοιο βαρύ για τους ντελικάτους ώμους της ρόλο; Πώς ήταν δυνατόν η κρινοδάκτυλη παρθένος των Ευαγγελίων να έχει ζωστεί σπαθί και περικεφαλαία και σε ρόλο μάλιστα στρατηγού να ηγείται του ρωμαϊκού στρατεύματος; Μα, τόσο διεστραμμένοι και ηλίθιοι ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι; Ύστερα από σκέψη κατέληξα στο όχι, οι Ρωμαίοι δεν ήταν ηλίθιοι, ήταν πανούργοι∙ ηλίθιοι είμαστε εμείς που τους πιστέψαμε. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν δικές μου, προσωπικές σκέψεις που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω σε κάποια βιβλία, τα γεγονότα όμως στα οποία στηρίζομαι είναι σαφώς καταγεγραμμένα στις ιστορικές πηγές.

Διαβάστε περισσότερα

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

To ρόδο του Παράκελσου

του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Από τη συλλογή Ρόδινο και Γαλάζιο (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης), εκδ. ύψιλον/βιβλία 1982.

Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.



Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλα το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;




Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο.



Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Placebo, ο αγνοημένος θρίαμβος του μυαλού. Περιπτώσεις αυτοθεραπείας

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο των Πέτρου Αργυρίου-Beldeu Singh, Τι δεν σας λένε οι γιατροί (εκδ. ETRA 2010), με τον σημαίνοντα υπότιτλο: Φάρμακα, εμβόλια, καρκίνος, πόλεμος κατά της φύσης και της υγείας, ψυχοδικτατορία και η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο εξανθρωπισμένης ιατρικής. Λογάριαζα να κάνω μια συνολική παρουσίαση του βιβλίου, αφού ολοκληρώσω το διάβασμα, αλλά η απλότητα της γραφής, η καθαρότητα των επιχειρημάτων και η συγκλονιστικότητα των αποκαλύψεων είναι τέτοια που δεν μ’ αφήνει να περιμένω. Έτσι, αποφάσισα να ασχοληθώ με ένα από τα θέματα που βρίσκει κανείς στις πρώτες σελίδες του βιβλίου: το placebo. Η παρουσίαση και η συρραφή των αποσπασμάτων βαρύνει εμένα. Στο βιβλίο θα βρειτε περισσότερα παραδείγματα και πλήθος παραπομπών στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία.

Ο όρος placebo (θα ευχαριστήσω) χρησιμοποιούνταν στη μεσαιωνική προσευχή στην έκφραση «Placebo Domino» (θα ευχαριστήσω τον Κύριο) και προέρχεται από μια μετάφραση της Βίβλου του πέμπτου αιώνα. Κατά τον 18ο αιώνα ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται στην ιατρική υποδηλώνοντας σκευάσματα χωρίς καμιά θεραπευτική αξία που δίνονταν παραπλανητικά στους ασθενείς. Ο όρος αρχίζει να μεταλάσσεται ήδη από το 1920 (Graves) και με ενδιάμεσους σταθμούς μελέτες του 1933 (Evans and Hoyle), του 1937 (Gold, Kwit and Otto) και του 1946 (Jellinek), φτάνει το 1955 να διεκδικεί ένα σημαντικό κομμάτι του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Σήμερα, το placebo είναι ένας από τους περισσότερο συνηθισμένους όρους που χρησιμοποιείται από την ιατρική ορολογία. Ο κύριος λόγος που αυτό συμβαίνει είναι γιατί το placebo χρησιμοποιείται σε μελέτες και δοκιμές φαρμάκων, σε ομάδες ελέγχου, προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα καινούριων φαρμάκων. Για παράδειγμα, η εταιρεία Peptide Therapeutics είχε στα σκαριά ένα εμβόλιο για την τροφική αλλεργία. Όταν το πειραματικό εμβόλιο έφτασε στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, ο αντιπρόσωπος της εταιρείας διατράνωσε πως το εμβόλιο ήταν αποτελεσματικό σε ένα ποσοστό της τάξης 75%, ποσοστό που είναι συνήθως υπεραρκετό για να καταδείξει τη θεραπευτική ωφελιμότητα της ουσίας. Τα χαρμόσυνα νέα όμως δεν διάρκεσαν πολύ. Η ομάδα ελέγχου που λάμβανε placebo είχε το ίδιο θεαματικά αποτελέσματα: 7 στους 10 ασθενείς που νόμιζαν ότι λάμβαναν τη φαρμακευτική ουσία όταν στην ουσία έπαιρναν το ανενεργό placebo απαλλάχθηκαν από τις τροφικές τους αλλεργίες.

Πολύ συχνά ο όρος placebo κακοποιείται από επαγγελματίες της υγείας, προκειμένου να περιγράψει μια «απάτη» ή «πλάνη». Το placebo όμως σε καμιά περίπτωση δεν αφορά ένα παραπλανητικό, ανωφελές ή κακοποιό φαινόμενο κι είναι ανεξάρτητο από τις προθέσεις απατεώνων ή επαγγελματιών υγείας. Το placebo είναι ένα αυθύπαρκτο, πολύ πραγματικό φαινόμενο που αναφέρεται σε ανερμήνευτες και αδικαιόλογητες από το υπάρχον θεωρητικό πλαίσιο θεραπείες ή βελτιώσεις υγείας που επέρχονται μετά από χορήγηση μη δραστικών ουσιών στον ασθενή, βελτιώσεις δηλαδή που προκαλούνται από τον ίδιο τον ασθενή και όχι από το θεραπευτικό μέσο. Το placebo δηλώνει ένα μη χημικό ερέθισμα ή δράση που κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό προς μια θεραπευτικη πορεία. Το φαινόμενο placebo κινείται δηλαδή σε ένα φάσμα που επεκτείνεται από τα πεδία της υποβολής έως τα ανεξιχνίαστα πεδία της αυτοθεραπείας και της θεραπευτικής δύναμης της πίστης.

Με λίγα λόγια το φαινόμενο placebo αναφέρεται σε μια βελτίωση της υγείας του ασθενούς που πυροδοτείται όχι από τη θεραπευτική δράση μιας ουσίας ή μιας ιατρικής επέμβασης αλλά από τη θεραπευτική πρόθεση και μόνο. Για παράδειγμα, αν πάρουμε δυο ομάδες ασθενών με πονοκέφαλο και χορηγήσουμε στη μια ομάδα ένα φάρμακο για τον πονοκέφαλο και στην άλλη ζαχαρόπηκτα δισκία που δεν περιέχουν καμία απολύτως φαρμακευτική ή άλλως δραστική ουσία, θα διαπιστώσουμε ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό (30%-60%) των ασθενών που πήραν τα «πλαστά», ανενεργά χάπια, μετά την πλασματική θεραπεία, ο πονοκέφαλος «θαυματουργά» υποχωρεί. Αυτή ακριβώς η αδικαιολόγητη θεραπεία είναι το placebo.

Πολλοί έσπευσαν να περιγράψουν το φαινόμενο placebo ως ένα καθαρά ψυχολογικό φαινόμενο. Το placebo σύμφωνα με κάποιους αφορά μια υποκειμενική κατάσταση όπου ο ασθενής, πεπεισμένος για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, αντιλαμβάνεται πολύ αμυδρότερα ή ασθενέστερα τα συμπτώματά του, χωρίς ουσιαστικά να έχει βελτιωθεί το επίπεδο υγείας του. Χωρίς δηλαδή να έχει βελτιωθεί η υγεία του ασθενούς, εκείνος δίνει λιγότερη σημασία στον πόνο και στα συμπτώματα που η ασθένεια του προκαλεί, νιώθοντας έτσι περισσότερο υγιής και ωφελημένος από την πλασματική θεραπεία. Φτάνει όμως η υποκειμενικότητα του ασθενούς και των συμπτωμάτων του για να ερμηνεύσει το φαινόμενο placebo; Η απάντηση είναι απόλυτη: όχι. Αν και στο φαινόμενο υπεισέρχονται υποκειμενικοί παράγοντες, το ίδιο το φαινόμενο αποτελεί μια αντικειμενική, περιγράψιμη και ποσοτικά μετρήσιμη πραγματικότητα.

Το φαινόμενο placebo αναφέρεται σε ένα διαφορετικό θεραπευτικό μηχανισμό που ενυπάρχει στον ανθρώπινο οργανισμό, κινητοποιείται από την πρόθεση ή την πίστη στη δυνατότητα θεραπείας και υπονοεί βιοχημικές αντιδράσεις και αλλαγές του οργανισμού στο ερέθισμα της θεραπευτικής πρόθεσης ή πεποίθησης.

Το φαινόμενο placebo μπορεί να έχει και αντίθετα αποτελέσματα. Με τη χορήγηση δηλαδή μιας φαρμακολογικά ανενεργούς ουσίας επέρχεται ορισμένες φορές μια αναπάντεχη επειδείνωση υγείας. Μια επιθεώρηση 109 διπλών-τυφλών μελετών υπολόγισε ότι το 19% όσων έπαιρναν placebo εκδήλωσαν το φαινόμενο nocebo, μια αναπάντεχη δηλαδή επιδείνωση υγείας.

Με λίγα λογια, το φαινόμενο placebo διαμορφώνεται σε σχέση με το προσωπικό συμβολικό σύμπαν του ασθενούς. Προτού η απάντηση placebo συμβεί, η ανθρώπινη αντίληψη έχει ερμηνεύσει την εφαρμοζόμενη θεραπεία και έχει προετοιμάσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του οργανισμού προς αυτήν. Σε μια θεραπεία λοιπόν φαίνεται πως εκτός από τα χημικά σήματα, υπάρχουν και άλλα σήματα που κινητοποιούν τον οργανισμό προς μια θεραπευτική απάντηση. Πριν τη θεραπεία υπάρχει η ερμηνεία της, όχι μόνο σε συνειδητό επίπεδο αλλά ίσως κι σε ένα επίπεδο συνείδητο-συμβολικό. Μια αντίδραση placebo μπορεί να ξεφύγει από το πλαίσιο της καθαρά υποκειμενικής, ψυχολογικής ανταπόκρισης και να σωματοποιηθεί, παράγοντας βιολογικά αποτελέσματα, όπως στη περίπτωση του καρκίνου π.χ.

Η δράση του placebo μπορεί να φτάσει ακόμα πιο μακριά και να κονταροχτυπηθεί με την ομάδα κρούσης της ιατρικής επιστήμης, τις χειρουργικές επεμβάσεις. Ίσως η πιο εντυπωσιακή περίπτωση χειρουργικού placebo αναδείχτηκε το 2004. Σε μια πρωτοποριακή έρευνα στον τομέα των βλαστοκυττάρων, δοκιμάστηκε η εμφύτευση εμβρυακών ντοπαμινεργικών νευρώνων στον εγκέφαλο ασθενών με νόσο του Parkinson. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά μέχρι που συγκρίθηκαν με μια placebo χειρουργική διαδικασία. Τα θεραπευτικά οφέλη από την πειραματική θεραπεία συγκρίθηκαν με αυτά που προέκυψαν σε ασθενείς στο κρανίο των οποίων έγιναν απλά μικρές τομές χωρίς να εμφυτευτούν τα εμβρυακά κύτταρα. Τα θεραπευτικά οφέλη και στις δυο ομάδες ήταν συγκρίσιμα. Το placebo (ανωφελείς τομές στο κρανίο ασθενών) ήταν σχεδόν το ίδιο αποτελεσματικό με μια χειρουργική τεχνολογία αιχμής. Όπως οι ίδιοι οι ερευνητές περιγράφουν: «το φαινόμενο placebo ήταν πολύ ισχυρό σε αυτή τη μελέτη».

Πώς μπορεί απλά και μόνο η θεραπευτική προσδοκία (placebo) να εμφανίζει ισοδύναμα αποτελέσματα με χειρουργικές επεμβάσεις; Φαίνεται πως ο νους αποτελεί ένα σύστημα ελέγχου για όλες τις διαδικασίες που συμβαίνουν στο σώμα, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενειών. Τα βιοχημικά ίχνη αυτής της επίδρασης μόλις έχουν αρχίσει να γίνονται ορατά από τους ερευνητές. Γιατί όπως δείχνουν οι έρευνες, το placebo φαίνεται να έχει βιολογική βάση, την έκταση της οποίας μόλις έχουμε αρχίσει να αποτιμούμε.

Το φαινόμενο placebo είναι λοιπόν υπαρκτό, έχει βιοχημική δράση και υποδηλώνει την εποπτική θέση του νου σε θέματα υγείας. Άνθρωποι που θεωρούν ότι έχουν πάρει θεραπεία αλλά ουσιαστικά έχουν λάβει μια πλασματική θεραπεία παρουσιάζουν αναπάντεχες βελτιώσεις υγείας και σε κάποιες περιπτώσεις πλήρεις θεραπείες. Δεν είναι επισφαλές λοιπόν να ισχυριστούμε ότι στο φαινόμενο placebo πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η ίδια η αντίληψη, ο τρόπος που ο ανθρωπινος νους αντιλαμβάνεται το χώρο και το χρόνο γύρω του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, οι κωδικοί και τα σύμβολα που ο έμψυχος υπολογιστής που ονομάζεται νους χρησιμοποιεί για να μεταφράσει τα εξωτερικά και τα ενδογενή ερεθίσματα σε μια συμπαγή πραγματικότητα. Σε μια πρόσφατη έρευνα δηλώθηκε σε ασθενείς ότι είχαν προσβληθεί από επικίνδυνους βακίλους. Στην πραγματικότητα δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Οι ασθενείς ακολούθως έλαβαν πλασματική αντιβίωση (placebo) για την καταπολέμηση της λοίμωξης. Με λίγα λόγια, τα υποκείμενα έλαβαν μια ανύπαρκτη θεραπεία για μια ανύπαρκτη ασθένεια. Και όμως, σε κάποιους από αυτούς τα συμπτώματα της λοίμωξης επέμειναν και μετά τη θεραπεία. Ο νους, είχε μεταφράσει τους φανταστικούς βακίλους σαν κάτι το επικίνδυνο και εκπαίδευσε το σώμα να συμπεριφερθεί όπως αν είχε προσβληθεί από πραγματικούς βακίλους. Στη αντίληψη κάποιων ασθενών, οι συγκεκριμένοι βάκιλοι δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από την αντιβίωση και το σώμα άρχισε να μιμείται την λοίμωξη και μετά τη θεραπεία placebo.

Και έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα:

Τα φαινόμενα placebo και nocebo μπορεί να αποδειχτούν κεφαλαιώδη όχι μόνο για την ατομική αλλά και για τη δημόσια υγεία και να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα αντίληψη υγείας. Μια νέα ιατρική που ταιριάζει με το όραμα του Wolf κατατεθειμένο ήδη από τη δεκαετία του ’50: «στο μέλλον τα φάρμακα θα εκτιμούνται όχι μόνο αναφορικά με τη φαρμακολογική τους δράση αλλα επίσης και σε σχέση με τις άλλες δυνάμεις που υπάρχουν και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά χορηγούνται». Πέντε αιώνες πριν ο Παράκελσος έγραψε: «Πρέπει να ξέρετε ότι η θέληση είναι ένας ισχυρός σύμμαχος της ιατρικής». Η επιστημονική μας υπεροψία μας έκανε να αγνοήσουμε τα διδάγματα του παρελθόντος.