Αυτή την πρωτοχρονιά θα θυμηθούμε
τη Μεγάλη Απούσα, τη Μητέρα των θεών και τα αρχετυπικά της ίχνη, τις αρχαίες
ελληνίδες ποιήτριες, φωνές χαμηλές και ξεχασμένες μέσα σε μια ανδροκρατούμενη
κοινωνία∙ την Μύρτιδα, δασκάλα του Πίνδαρου και της Κόριννας, την ίδια την Κόριννα
με τα τραγούδια της για τις γιαγιάδες και προγιαγιάδες ηρωίδες, την Χαριξένη,
μια μικρή αναφορά στις κωμωδίες του Θεόπομπου και του Κρατίνου, την Τελέσιλλα
και την Πράξιλλα με τους ονομαστούς ρυθμούς τους, την Ήριννα που θρηνεί τη φίλη
της Βαυκίδα νεκρή στα δεκαεννιά, την Ανύτη που αγαπούσε τα ταπεινά φυτά, τα ζώα
και τους απλούς ανθρώπους, την Νοσσίδα του έρωτα απ’ τους Επιζεφύριους Λοκρούς,
τη Μοιρώ απ’ το Βυζάντιο.
Το απόσπασμα από την Τελέσιλλα,
αφιερωμένο στη Μητέρα των θεών:
Συγκρίνοντας το πρώτο κείμενο που
ανάρτησα Πρωτοχρονιά –απόσπασμα από το Πεθαίνω
σα χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη- με το φετινό, σκέφτομαι πόση απόσταση έχω
διανύσει από την πλήρη άρνηση –γκρινιάρη και σπασίκλα μ’ έλεγαν οι φίλοι μου-
μέχρι την αισιοδοξία που έχω αποκτήσει, και που ολοένα μεγαλώνει, για την τύχη
αυτής της χώρας. Θα μου πείτε, είσαι τώρα αισιόδοξος, που οι περισσότεροι
Έλληνες έπεσαν σε κατάθλιψη; Ε, ναι. Αυτή είναι η διαφορά μας. Γιατί δεν ήμουν
καθόλου αισιόδοξος τον καιρό της ευμάρειας και της ευδαιμονίας, τον καιρό του
αμίμητου «ισχυρή Ελλάδα», αλλά αισιοδοξώ τώρα που έσκασε αυτή η φούσκα, που
έσπασε αυτή η βιτρίνα, και μπορούμε να δούμε την κακομοιριά μας κατάματα, που
παντα είχαμε, αλλά δεν τη βλέπαμε. Και το να είσαι κακομοίρης και να πιστεύεις
ότι είσαι ευδαίμων -είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σ’ ενα άνθρωπο, σ’
ένα λαό, σε μια χώρα. Τώρα λοιπόν που καταλάβαμε το τι πραγματικά είμαστε,
μπορούμε να αισιοδοξούμε, να επιδιώκουμε έναν καλύτερο εαυτό, να ονειρευόμαστε
μια καλύτερη χώρα σαν κι αυτή που ζούσε ο Αίλιος Αριστείδης τον 2ο
αι. μ.Χ.
Θέλω να μεταφέρω τις θερμότερες
ευχές μου στην ελληνική κυβέρνηση, ώστε να επιτύχει στο έργο της... -αρκεί
βέβαια να μείνει προσηλωμένη στους στόχους της και τις δεσμεύσεις της και να
πάψουν οι υπουργοί της να λειτουργούν σαν νταβατζήδες προσφέροντας προστασία σε
συγγενείς και φίλους τους με σκοπό τη φοροδιαφυγή!
Ρώμης εγκώμιον
(...) Έμελλε να ανακαλύψετε και
να τελειοποιήσετε εσείς, αυτό που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν όλοι οι
προηγούμενοι. Και τούτο δεν είναι άξιο απορίας. Όπως σε κάθε τομέα έρχεται η
τέχνη γα να επεξεργαστεί την ακατέργαστη ύλη, έτσι κι όταν γεννιέται μια
απέραντη αυτοκρατορία αξεπέραστης δύναμης, δημιουργείται η τέχνη της
διακυβέρνησης για να την στηρίξει, και η μία ενισχύει την άλλη. Γιατί η
μεγαλοσύνη μιας αυτοκρατορίας συσσωρεύει τεράστια αποθέματα εμπειρίας ενώ
ταυτοχρόνως μία εξουσία αναπτύσσεται ορθά και φυσιολογικά μέσα από την γνώση
της καλής διοίκησης. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν το θαυμασμό για το
μοναδικό μεγαλείο του τρόπου που οι πολιτικοί σας συνέλαβαν το ιδεώδες της
διακυβέρνησης. Τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σας –και λέγοντας αυτοκρατορία,
εννοώ όλη την οικουμένη-, τους χώρισαν σε δύο καητηγορίες: τους καλύτερους,
τους πιο καλλιεργημένους και ευγενείς και άξιους, όπου και να βρίσκονται και
δίχως εξαιρέσεις, τους χρίσατε ισότιμους μ’ εσάς πολίτες ή, καλύτερα,
συμπατριώτες∙ στους υπόλοιπους επιφυλάξατε το ρόλο του υπηκόου. Μήτε η θάλασσα
μήτε οι αχανείς εκτάσεις που παρεμβάλλονται δεν εμποδίζουν να έχει κανείς την
ιδιότητα του πολίτη. Εδώ δεν υπάρχει διαχωρισμός Ασιατών και Ευρωπαίων. Τα
πάντα είναι ανοιχτά και κοινά για τους πάντες. Δεν λογαριάζεται για ξένος
όποιος είναι ικανός να ασχοληθεί με τη διοίκηση και είναι άξιος εμπιστοσύνης.
Καθιερώσατε τη δημοκρατία σε ολόκληρη τη γη, μια δημοκρατία που λειτουργεί υπό
την άριστη καθοδήγηση και κοσμητεία ενός ηγέτη∙ και οι πάντες συναντιούνται σε
μια κοινή αγορά θαρρείς, για να λάβει ο καθείς ό,τι του αξίζει. Ό,τι είναι μια
πόλη κράτος για τα σύνορα και τα εδάφη της, είναι η Ρώμη για την οικουμένη όλη,
καθώς αναδείχτηκε σε κοινό άστυ όλων (...) Σαν μεγάλος λαός που είστε, δώσατε
στην πόλη σας μέγιστες διαστάσεις. Θα μπορούσατε να φανείτε αλαζόνες και να
κάνετε την πόλη απρόσιτη και ζηλευτή, αρνούμενοι να μοιραστείτε τα προνόμιά της
με άλλους. Όμως εσείς αναζητήσατε πλήρωμα αντάξιό της, και τ’ όνομα «Ρωμαίος» το
κάνατε όνομα ενός ολόκληρου γένους ανθρώπων και όχι του κατοίκου μιας πόλης.(...)
(...) Σαν σε πανηγύρι, η
οικουμένη όλη έχει πετάξει πια από πάνω της την παλιά σιδερένια φορεσιά, και
ελεύθερη στρέφεται στις χαρούμενες απολαύσεις και στον πολιτισμό. Οι πόλεις
ξέχασαν τις παλιές τους διαμάχες, και μόνο μία αντιζηλία έχει απομείνει: ποια
θα είναι η πιο ευχάριστη και η πιο όμορφη. Παντού βλέπεις γυμναστήρια, κρήνες,
προπύλαια, ναούς, εργαστήρια, δασκάλους και σχολειά∙ θα μπορούσε κανείς,
χρησιμοποιώντας ιατρική ορολογία, να πει ότι η οικουμένη, άρρωστη από γεννησιμιού
της, τώρα πια βρήκε την υγειά της. Τα δώρα σου είναι αστείρευτο ποτάμι που κυλά
σ’ όλες τις πόλεις, κι είναι αδύνατο να βρεις έναν τόπο πιο ευνοημένο από
άλλον, γιατί η γενναιοδωρία σου μοιράζεται ακριβοδίκαια σε όλους. Οι πόλεις
λάμπουν από ομορφιά και χάρη, κι η γης είναι στολισμένη σαν βασιλικός κήπος. Οι
καπνοί των μαχών στις πεδιάδες κι οι πυρσοί του πολέμου, σαν να τους φύσηξε ο
δυνατός αέρας, σκόρπισαν πέρα από στεριά και θάλασσα, κι αντί γι’ αυτά βλέπεις
μιαν ανείπωτη ομορφιά, βλέπεις αμέτρητους αθλητικούς αγώνες και παιδιές, και
γιορτές που δεν σταματούν ποτέ –θαρρείς και οι γιορτές είναι το άσβεστο ιερό πυρ
που μεταφέρεται πότε εδώ και πότε εκεί και πάντα κάπου ανάβει, κι οι άνθρωποι
το τιμούν με αξιωσύνη. Μόνοι αξιολύπητοι είναι όσοι ζουν έξω από την επικράτειά
σας, όπου κι αν βρίσκονται, και στερούνται τέτοια αγαθά. Και κείνο που άκουγες
να το λεν οι πάντες, ότι η γη είναι μάνα και κοινή πατρίδα όλων, το
επαληθεύσατε εσείς με τον καλύτερο τρόπο. Σήμερα Έλληνες και βάρβαροι μπορούν
ελεύθερα να ταξιδέψουν όπου θέλουν, με χέρια άδεια είτε γεμάτα, από τόπο σε
τόπο και πάντα να θαρρούν πως βρίσκονται σε πάτριο έδαφος: τις πύλες της
Κιλικίας δεν τις φοβάται πια κανείς, μήτε τα στενά περάσματα από την Αραβία
στην Αίγυπτο∙ κανείς δεν έχει να φοβηθεί άγριες φυλές, δύσβατα βουνά, φαρδιά
ποτάμια. Αρκεί να είναι κανείς Ρωμαίος ή υπήκοός σας, και θα νιώσει ασφαλής. Τα
λόγια του Ομήρου, «γαῖα δ’ ἔτι ξυνὴ
πάντων», τα κάνατε πραγματικότητα, γιατί κατανείματε τον κόσμο ολόκληρο, δαμάσατε
τα ποτάμια χτίζοντας αμέτρητες γέφυρες, ανοίξατε δρόμους αμαξιτούς μέσα από τα
βουνά, γεμίσατε την έρημο με σταθμούς και φυλάκια και εξημερώσατε τον κόσμο όλο
με τάξη και μέθοδο. (...)
μετάφραση: Γιάννης Αβραμίδης, από
το βιβλίο του SirRichardLivingstone,
Η Αποστολή της Ελλάδας, Θύραθεν εκδόσεις
2001.
Θα μου πείτε πού βλέπεις το άσπρο σε μια χώρα, στην κυβέρνηση της οποίας υπάρχουν αποδεδειγμένα όχι ανίκανοι αλλά ηλίθιοι, σε ένα κράτος όπου οι απατεώνες επιβραβεύονται και οι έντιμοι τιμωρούνται και οι πολίτες, αντί να προστατεύονται, αδικούνται... Αλλά αυτή την ηλιόλουστη πρωτοχρονιάτικη μέρα, με το φως να έχει νικήσει το σκοτάδι και να οδεύει ξανά προς τον ενιαύσιο θρίαμβό του, δεν μπορείς παρά να χαίρεσαι που απλώς υπάρχεις...
Paul Élyard, Nous sοmmes
Βλέπεις τη φωτιά του απόβραδου που βγαίνει απ’ το κοχύλι της Και βλέπεις και το δάσος να βυθίζεται στη δροσιά Βλέπεις τον κάμπο γυμνό στα πλευρά του αργοκίνητου ουρανού Το χιόνι ψηλό σαν τη θάλασσα Και τη θάλασσα ψηλή μες στο γαλάζιο
Πέτρες τέλειες και μαλακά δάση καταφύγια σκεπαστά Βλέπεις τις πόλεις βαμμένες με τη μελαγχολία Χρυσή και πεζοδρόμια γεμάτα δικαιολογίες Μια μεριά όπου η μοναξιά έχει το άγαλμά της Χαμογελαστό κι ο έρωτας το μόνο σπίτι του
Βλέπεις τα ζώα Πανούργοι σωσίες το ένα τ’ αλλου θυσία Αδέρφια άμωμα με σκιές μπερδεμένες Σε μια έρημο αίματος
Βλέπεις ένα ωραίο παιδί όταν παίζει όταν γελά Είναι πολύ μικρότερο Απ’ το μικρό πουλί στην άκρη των κλαδιών
Βλέπεις ένα τοπίο με τη γεύση του λαδιού και του νερού Όπου ο βράχος δε χωρά όπου η γη αφήνει Την πρασινάδα της στο καλοκαίρι που τη σκεπάζει με φρούτα
Γυναίκες που κατεβαίνουν απ’ τον αρχαίο καθρέφτη τους Σου φέρνουν τη νιότη και την πίστη τους στη δική σου Κι η μια τη λάμψη της το πέπλο που σε τραβά Σε κάνει μυστικά να δεις τον κόσμο χωρίς εσένα
Μόνο μαζί μας θα ζήσει το σύμπαν
Αγρίμια αληθινά μου λάβαρα από χρυσό Κάμποι καλές μου περιπέτειες Πρασινάδα χρήσιμη πόλεις σφύζουσες Επικεφαλής σας θά ‘ρθουν άνθρωποι
Άνθρωποι πέρα απ’ τους ιδρώτες τα χτυπήματα τα δάκρυα Μα που θα δρέψουν όλα τους τα όνειρα
Βλέπω ανθρώπους αληθινούς, ευαίσθητους, καλούς, χρήσιμους Να πετούν ένα βάρος ελαφρότερο από τον θάνατο Και να κοιμούνται από χαρά στον αχό του ήλιου
Ξημέρωμα μιας μέρας που ακολουθεί μια νύχτα κρίσης όπου τα πάνω ήρθαν κάτω. Τη νέα μέρα η ζωή ξαναπαίρνει τον κανονικό της ρυθμό αλλά η διάθεση έχει αλλάξει∙ η αυτογνωσία έχει κερδηθεί. Το κείμενο που ακολουθεί –το τέλος από τον Φιλόξενο Καρδινάλιο του Ε.Χ.Γονατά (εκδ. στιγμή 1987)- περιγράφει τη χαρά της κερδισμένης αυτογνωσίας.
Εγώ που δεν έχω πουλιά φυλακισμένα σε κλουβιά (ένα κλουβί της μάνας μου σαπίζει στην αποθήκη), ξυπνάω καμιά φορά από ‘να σιγανό κελάιδισμα.
Ε.Χ.Γ.
...«Έλα να πιούμε ένα τελευταίο ποτήρι!».
Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.
«Με τη συζήτηση δεν πήραμε είδηση ότι ξημέρωσε. Ακούς τα κοκόρια; Από ώρα λαλούνε. Και η λάμψη των φωτιστικών μες στο δωμάτιο ξεθώριασε», είπε ο Μεμές.
Πήγε στο παράθυρο κι άνοιξε τα παντζούρια. Ο ήλιος έβγαινε πίσω απ’ το βουνό. Ο αγέρας είχε πέσει εντελώς.
«Ώρα να πηγαίνω. Είναι έξι και μισή», είπα, κοιτάζοντας το ρολόι του τοίχου.
«Κι εγώ θά ‘πρεπε να βάλω σε κάποια τάξη τα πράγματά μου. Σήμερα δε θα βγω για κυνήγι».
«Για μια τελευταία μέρα, λοιπόν, τα πουλιά ας πετάξουν άφοβα κι ελεύθερα στους κάμπους και τα βουνά! Θα τα ξαναπούμε σύντομα, πολύ σύντομα, καλέ μου φίλε», του είπα.
Αγκαλιαστήκαμε άλλη μια φορά, προχώρησα στην πόρτα, τον ξαναχαιρέτησα και βγήκα.
Στο κεφάλι μου οι σκέψεις βούιζαν σαν μελίσσι.
«Τι βραδιά πάλι κι αυτή! Τι παράξενη που είναι η ζωή! Πόσες ιδιοτροπίες της τύχης! Τι καταπληκτικές συγκυρίες! Κι εγώ που δεν πίστευα στις συμπτώσεις!», μουρμούριζα καθώς αργοβάδιζα, σαν υπνωτισμένος. Στα μισά του διαδρόμου έπεσα πάνω στον Θεοφάνη. Ήταν φρεσκοξυρισμένος και φαινόταν ξεκούραστος και ευδιάθετος.
«Ερχόμουν να σας βρω. Να σας ειδοποιήσω ότι έχετε αργήσει. Είναι περασμένες έξι», μου είπε.
«Σ’ ευχαριστώ. Δεν νομίζω όμως ότι έχω δυνάμεις για τίποτα, σήμερα. Λέω να τα παρατήσω όλα. Στο διάβολο οι δουλειές. Χρειάζομαι ξεκούραση. Πάω στο δωμάτιό μου».
«Όχι από κει, από δω σας παρακαλώ».
Με τράβηξε απ’ το χέρι κι έσπρωξε την τέταρτη πόρτα δεξιά, που είχε τον αριθμό εφτά, λίγα βήματα από την πόρτα του Μεμέ.
Μπαίνοντας τά ‘χασα. Το δωμάτιο ήταν απαράλλαχτο μ’ εκείνο από το οποίο πριν ένα λεπτό είχα βγει. Η ίδια επίπλωση, το τραπέζι, η βαθειά αναπαυτική πολυθρόνα με τη βυσσινιά στόφα, το πολύφωτο, το αναμμένο τζάκι, η κανάτα με το επάργυρο επιστόμιο, το ρολόι στον τοίχο, το διπλό δρύινο κρεβάτι. Αν δεν έλειπαν τα σύνεργα του κυνηγιού, θά ‘λεγα πως βρισκόμουν ακόμη στο δωμάτιο του Μεμέ. Τα πράγματά μου ήταν όλα τακτοποιημένα στη θέση τους, κι η Ευνίκη, μ’ ένα φρεσκοσιδερωμένο φόρεμα, στρουμπουλή και ξεμανίκωτη, με υποδέχτηκε γελαστή, βγαίνοντας πίσω από την πόρτα όπου ήταν κρυμμένη, κρατώντας ένα δίσκο. Μυρωδιά φρέσκου, αχνιστού καφέ μού ‘ρθε στα ρουθούνια και μ’ αναζωογόνησε.
«Καλώς ορίσατε, κύριε Αγάθη», μου είπε, καθώς ακουμπούσε το δίσκο στο τραπέζι. «Σας έχω τα κουλουράκια που σας αρέσουν, κατσικίσιο γάλα, τυρί και δύο αυγά βραστά».
«Ευνίκη, είσαι άγγελος! Έλα να σε φιλήσω», είπα ενθουσιασμένος, και την αγκάλιασα. «Με συγχωρείς για τα χάλια μου. Ακόμη τριγυρίζω με τη νυχτικιά. Ο σύζυγός σου παρ’ ολίγο να με ξεκάνει χθες βράδυ».
Ρούφηξα με απόλαυση μια γουλιά από τον μυρωδάτο καφέ.
«Τα ξέρω. Μου τα διηγήθηκε όλα με το νι και με το σίγμα. Τι να τον κάνω; Τα χάνει με την παραμικρή δυσκολία, πελαγώνει με την πρώτη αναποδιά. Η αλήθεια είναι πως δεν περάσαμε και μικρή στενοχώρια. Τι λαχτάρα κι αυτή, Παναγιά μου! Δεν έχω πολλή ώρα που γύρισα, κατάφερα όμως να κάνω αρκετές δουλειές».
«Και δε σου φαίνεται. Εσύ είσαι –αν μου το επιτρέπει ο Θεοφάνης- πιο δροσερή κι από πρωινό τριαντάφυλλο».
« “Η ψυχική ευχαρίστηση είναι το παν”, κύριε Αγάθη, έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου. “Κάνε το καθήκον σου και ποτέ δε θα υποφέρεις”. Όλα πια τελείωσαν, τώρα. Όλα τακτοποιήθηκαν. Θα μπουν όλα πάλι στον κανονικό τους ρυθμό».
«Ο Θεοφάνης μου ανάφερε πως είχες πάει στη Χώρα για κάτι δυσάρεστο», είπα, αποφεύγοντας να μιλήσω για το πουλί.
«Φάτε το πρωινό σας κι ελάτε ύστερα∙ ανυπομονώ κάτι να σας δείξω», απάντησε και πήγε να φύγει.
«Δεν πεινάω. Ο καφές σου με στύλωσε. Μπορούμε να πάμε αμέσως».
Βγήκαμε και οι τρεις μας∙ μπροστά η Ευνίκη κι από πίσω της ο Θεοφάνης κι εγώ. Διασχίσαμε πάλι το διάδρομο και σταματήσαμε μπροστά στην ανθοστήλη.
Ήμουν προετοιμασμένος ν’ αντιμετωπίσω το μακάβριο θέαμα, κι είχα αρχίσει μάλιστα να παίρνω και το ανάλογο λυπημένο ύφος. Το κλουβί ήταν πάντα στη θέση του, αλλά το πορτάκι του κλειστό και μέσα πηγαινοερχόταν φτερουγίζοντας και σιγοκελαϊδώντας ένα υπέροχο πουλί, ίδιο μ’ εκείνο ακριβώς που μου είχε περιγράψει, με κάθε λεπτομέρεια, ο Θεοφάνης.
«Μα αυτό δεν είναι μπαλσαμωμένο. Ή μήπως με γελούν τα μάτια και τ’ αυτιά μου; Αυτό χοροπηδάει, σφυρίζει!».
«Είναι ένας ζωηρός, ολοζώντανος καρδινάλιος», είπε η Ευνίκη.
«Μη μου πεις ότι νεκραναστήθηκε; Ε, όχι, μην ακούσω πως είχε πάθει νεκροφάνεια! Αρκετά για σήμερα, δεν αντέχω άλλο».
«Δεν είναι ο δικός μας», μου εξήγησε. «Ο καημένος ο Πιπίκος μας έμεινε στον μπαλσαμωτή. Θα στολίζει τώρα, πάνω στη λουστραρισμένη βάση του, κάποιο άλλο σπίτι».
«Μμμ, ωραίο στόλισμα!», είπα από μέσα μου, έχοντας απέχθεια για όλα τα μπαλσαμωμένα ζώα και πουλιά.
«Σταθήκαμε τυχεροί», συνέχισε. «Κάποιος πελάτης του, λίγο πριν φτάσω εγώ, του είχε φέρει για μπαλσάμωμα έναν άλλον μισοψόφιο, ολόιδιο με τον δικό μας καρδινάλιο κι ο μπαλσαμωτής τον λυπήθηκε, δίσταζε να τον αποτελειώσει. Απάνω στην ώρα μπήκα κι εγώ. “Άσε να δούμε, κουμπάρα”, μου λέει, δείχνοντας σ’ ένα ράφι όπου είχε ακουμπήσει προσωρινά τον ξένο καρδινάλιο, “μήπως μπορέσω και κάνω τίποτα μ’ αυτόν. Είναι αμαρτία να πάει χαμένο τέτοιο πουλί. Θα βάλω τα δυνατά μου”. Είναι, ξέρετε, πολύ διαβασμένος άνθρωπος∙ επίσης σαν και του λόγου σας, να πούμε, και λιγάκι γιατρός. Έχει περάσει μια ζωή με τα πουλιά. Στα νιάτα του είχε μεγάλο κατάστημα∙ μεγάλωνε, πουλούσε και γιάτρευε κάθε λογής κελαϊδοπούλια. Όταν ξαναπήγα μετά τρείς μέρες: “Ευνίκη”, μου λέει, “τον γλύτωσα. Ούτε του παπά μην το πεις. Έχω μεγάλες υποχρεώσεις σ’ εσάς. Πάρ’ τον, λοιπόν, αμέσως σ’ αυτή τη χαρτοσακούλα, έχω ανοίξει τρυπούλες ολόγυρα για ν’ αναπνέει, και φεύγα τρέχοντας. Θα σας κρατήσει συντροφιά για πολλά χρόνια. Είναι μόνο δύο ετών πουλί. Αλλά πρόσεχε καλά τις οδηγίες που σου έχω σημειώσει εδώ στο χαρτί. Πάρε και το κουτί με τους σπόρους. Μόνο απ’ αυτούς θα τρώει, για την ώρα. Κι αυτό το μπουκαλάκι. Θα του ρίχνεις δέκα σταγόνες την ημέρα στο νερό του, για δύο βδομάδες ακόμη. Μην περιμένεις όμως να σου κελαϊδίσει σαν αηδόνι, πριν περάσουν δύο μήνες”».
«Απίστευτο, Ευνίκη!», φώναξα. «Αυτή είναι χαρμόσυνη είδηση! Θα το γιορτάσουμε το βράδυ όλοι μαζί. Θα σας κάνω εγώ το τραπέζι. Θα καλέσουμε και τον κύριο Στηθά. Μου ‘ρθε και μια ιδέα τώρα δα. Τι θα λέγατε ν’ αλλάζαμε ταμπέλα στο πανδοχείο; Όχι πια “Η φιλόξενη ερημία”, μα “Ο φιλόξενος καρδινάλιος”».
«Τι κατεβάζει ο νους σας, χρυσέ μου κύριε Αγάθη!», είπε, και γελούσαν και τ’ αυτιά της ακόμη.
«Ξέρεις όμως», θυμήθηκα, «είχατε και κάτι ψάρια εκεί πέρα στη γυάλα. Χτες που τα είδα, δε μου φάνηκε ότι καλοπερνούσαν. Αγωνίζονταν ν’ αναπνεύσουν, δεν είχαν νερό».
«Ελάτε να δείτε», είπε και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά λατρείας στον καρδινάλιο, με πήγε στο βάθος του άλλου διαδρόμου.
Πάνω στην εταζέρα, μέσα στην τετράγωνη γυάλα που άστραφτε σαν κρυστάλλινη, γιομάτη ως τα χείλια ολοκάθαρο νερό, κολυμπούσαν ευτυχισμένοι οι άσπροι κυπρίνοι, έρχονταν πότε-πότε κοντά, χαϊδεύονταν, κι ύστερα ανέβαιναν στην επιφάνεια να χάψουν ψίχουλα.
«Ευνίκη, εύγε. Είσαι θησαυρός!».
Ο Θεοφάνης, κολακευμένος, κοκκίνισε περισσότερο κι απ’ αυτήν.
«Σας αφήνω τώρα, πηγαίνω να κάνω μια μικρή βόλτα κι ύστερα θα γυρίσω να ξεκουραστώ. Σας ευχαριστώ για όλα. Μην ξεχάσετε την πρόσκληση μου για το βράδυ. Ειδοποιήστε και τον κύριο Στηθά».
«Κι εσείς να θυμάστε τον αριθμό του δωματίου σας: Εφτά».
Βγήκα στην αυλή να περπατήσω λιγάκι. Πήγα ως το πηγάδι. Το άλογο που ήταν δεμένο στο μαγκάνι ούτε κουνιόταν καθόλου.
«Άντε, μπρος», φώναξα, δίνοντας του μια στα καπούλια. «Ξεκίνα».
Το άλογο ξεκίνησε, το μαγκάνι έτριξε, στο δεύτερο γύρο οι σκουριασμένοι κουβάδες του άρχισαν ν’ ανεβαίνουν γεμάτοι νερό που χυνόταν αφρίζοντας σε μια πέτρινη γούρνα, κι από κει στο χαντάκι για τα περιβόλια. Έσκυψα κι ήπια με τα χέρια, βρέχοντας το μούτρο μου και τα μαλλιά μου.
Πήρα μια βαθειά αναπνοή να φρεσκάρω τα πνεμόνια μου.
Ο Μεμές μόλις είχε βγει στο παράθυρο και με κοιτούσε, χαϊδεύοντας τη γενειάδα του. Μου κούνησε φιλικά το χέρι. Του ανταπέδωσα το χαιρετισμό.
Το κείμενο που επέλεξα για να στείλω τις ευχές μου τη φετινή Πρωτοχρονιά, σε αντίθεση με το περσινό, δείχνει μια θετική στάση ζωής. Αφορά το πρότυπο του ιδεώδους ηγέτη όπως αυτό εκφράστηκε ιστορικά στο πρόσωπο του Αντωνίνου του Ευσεβούς, του Ρωμαίου Αυτοκράτορα (138-161 μ.Χ). Το προτρέτο του μας δίνει ο θετός του γιος και επόμενος Αυτοκράτορας, Μάρκος Αυρήλιος (Τα εις εαυτόν, 1.16). Η μαρτυρία του είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, μια και τα βιβλία από την Ιστορία του Δίωνα Κάσσιου, που αφορούν την περίοδο βασιλείας του έχουν καταστραφεί. Όπως έχουν καταστραφεί ή είναι ελάχιστες οι πληροφορίες που έχουν σωθεί για τους αυτοκράτορες που πραγμάτωσαν το θαύμα της Ρώμης και καθόρισαν τον χρυσό αιώνα της ανθρωπότητας, σε αντίθεση με την πληθώρα των λεπτομερειών που αφορούν στους άθλιους διαδόχους του Αυγούστου –και των πιο διεστραμμένων, Νέρωνα και Καλλιγούλα, συμπεριλαμβανομένων. Το μοντέλο διακυβέρνησης άλλαξε όταν τον τελευταίο από τους τυράννους Δομιτιανό διαδέχτηκε, με απόφαση της Συγκλήτου, ο φιλελεύθερος Νέρβας (96-98 μ.Χ) που θέσπισε ένα νέο μοντέλο διαδοχής: τον προηγούμενο Αυτοκράτορα δε θα διαδεχόταν κάποιος εξ αίματος συγγενής αλλά ένας θετός γιος που θα επιλεγόταν με βάση την αξιοσύνη του και τις ικανότητες διακυβέρνησης που είχε επιδείξει σε διάφορα αξιώματα της ρωμαϊκής πολιτείας. Έτσι, ο Νέρβας υιοθέτησε τον Τραϊανό (98-117 μ.Χ), ο Τραϊανός υιοθέτησε τον Αδριανό (117-138), ενώ ο Αδριανός προχώρησε ακόμη περισσότερο και ονομάτισε τους δύο επόμενους Αυτοκράτορες υιοθετώντας τον άριστο όλων, Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161 μ.Χ) με την προϋπόθεση ότι αυτός θα υιοθετούσε τον Μάρκο Αυρήλιο (161-180 μ.Χ). Και μετά έρχεται το χάος καθώς επαναφέρεται η εξ αίματος διαδοχή. Ένα παρόμοιο μ’ αυτό των Αντωνίνων σύστημα διαδοχής θα εισαγάγει έναν αιώνα αργότερα ο Διοκλητιανός (285-305 μ.Χ) με ευεργετικά για την Αυτοκρατορία αποτελέσματα, αλλά θα ανατραπεί από τον άθλιο Κωνσταντίνο και τους εξίσου άθλιους –με εξαίρεση τον Ιουλιανό- διαδόχους του. Το κείμενο του Μάρκου το πήρα από την έκδοση των Εις εαυτόν, μτφ Γιώργος Αβραμίδης, εκδ. Θύραθεν, 2008. Εδώ ο Μάρκος σκιαγραφεί τον άμεμπτο χαρακτήρα του θετού του πατέρα, Αντωνίνου του Ευσεβούς, και τον συσχετίζει με τη χρηστή διακυβέρνηση.
«Από τον πατέρα μου διδάχτηκα την ήμερη διάθεση και την απαρασάλευτη επιμονή σε απόψεις δοκιμασμένες∙ τ’ ότι δεν ήταν κενόδοξος και δεν επιζητούσε τις λεγόμενες «τιμές». Τη φιλοπονία του και την επίμονη μελέτη. Την προθυμία του να ακούει πάντα εκείνους που είχαν να πουν κάτι ωφέλιμο για την κοινωνία. Το ότι πρόσφερε στον καθένα ανάλογα με την αξία του, χωρίς να παρεκτρέπεται. Την πείρα του, που τού ‘λεγε πού χρειαζόταν να σφίξει τα σχοινιά και πού να τα χαλαρώσει. Την κατάργηση της παιδεραστίας. Τ ότι μοιραζόταν τα αισθήματα των άλλων, και το ότι δεν υποχρέωνε τους φίλους να δειπνούν μαζί του ή να τον συνοδεύουν στα ταξίδια του. Το ότι δεν άλλαζε στάση απέναντι σε κείνους που για κάποιο λόγο τον ακολούθησαν. Την τάση να είναι ακριβολόγος και επίμονος στα συμβούλια, και να μην παραιτείται πρόωρα από την έρευνα, αρκούμενος σε εύκολες εντυπώσεις. Το ότι διατηρούσε τις φιλίες του: χωρίς να τις βαριέται εύκολα αλλά και χωρίς υπερβολικούς ενθουσιασμούς∙ πάντα αυτάρκης και πάντα ευδιάθετος. Το ότι προνοούσε από καιρό πριν, ακόμα και για το παραμικρό, χωρίς να διεκτραγωδεί καταστάσεις. Τ’ ότι απαγόρεψε τις ζητωκραυγές και κάθε κολακεία προς το πρόσωπό του. Την φροντίδα για όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διακυβέρνηση της χώρας, και την υπομονή του όταν κάποιοι τον κατηγορούσαν για φειδωλή διαχείρηση των δημοσίων δαπανών. Το ότι δεν ήταν δεισιδαίμων ούτε δημαγωγός, κόλακας του όχλου και λαϊκιστής, αλλά νηφάλιος και σταθερός στο καθετί, ποτέ ακαλαίσθητος ούτε σώνει και καλά καινοτόμος∙ τα άφθονα υλικά αγαθά που του πρόσφερε η τύχη, τα απολάμβανε χωρίς επίδειξη και χωρίς προφάσεις, με τρόπο ώστε εκείνα που είχε στη διάθεσή του να τα χαίρεται ανυπόκριτα, και για εκείνα που δεν είχε να μη νιώθει στέρηση. Το ότι κανείς δεν μπορούσε να πει γι’ αυτόν ότι ήταν είτε σοφιστής είτε γελωτοποιός είτε σχολαστικός, παρά μόνο ότι ήταν άνδρας ώριμος, τέλειος, ότι δε έπαιρνε από κολακείες και ήξερε να χειριστεί και τις προσωπικές του υποθέσεις και των άλλων∙ και επιπλέον ότι εκτιμούσε τους αληθινούς φιλοσόφους – όσο για τους άλλους ούτε τους πρόσβαλλε ούτε άφηνε να τον επηρεάσουν. Ευχάριστος στις συντροφιές και διασκεδαστικός αλλά όχι υπερβολικά. Φρόντιζε το σώμα του με μέτρο: όχι σαν κάποιος που λατρεύει υπερβολικά τη ζωή ούτε για να δείχνει ωραίος, αλλά τόσο ώστε να ‘χει όσο το δυνατό λιγότερη ανάγκη από γιατρούς και γιατρικά και καταπλάσματα. Πάνω απ’ όλα, το ότι υποχωρούσε, χωρίς ίχνος φθόνου, μπροστά σε ανθρώπους που είχαν κάποια προσωπική ικανότητα, όπως η ευγλωττία ή επιστημονική γνώση των νόμων ή των εθίμων ή άλλων θεμάτων, και τους στήριζε, έτσι που ο καθένας τους να ευδοκιμήσει κατά τα προτερήματά του. Και το ότι όλες οι ενέργειες του ήσαν σύμφωνες με τα πατροπαράδοτα, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί τεχνηέντως να διαφυλάξει την παράδοση. Κι ακόμη, τ’ ότι δεν ήταν ευμετάβλητος ούτε πήγαινε πέρα-δώθε, παρά έμενε στα ίδια μέρη και στα ίδια πράγματα. Και μετά τους παροξυσμούς της κεφαλαλγίας του, επέστρεφε παρευθύς ανανεωμένος και ακμαίος στις συνηθισμένες του δουλειές. Το ότι δεν είχε παρά ελάχιστα απόρρητα μυστικά, και αυτά μόνο για το δημόσιο συμφέρον. Γνωστικός και μετρημένος στα δημόσια θεάματα, όπως και στις κατασκευές έργων, στις διανομές στο λαό και τα παρόμοια, αποσκοπώντας σ’ εκείνο που έπρεπε να γίνει και όχι στην καλή φήμη που θα του χάριζε το έργο του. Δεν σύχναζε στα λουτρά σε ώρες άσχετες, δεν είχε μανία να χτίζει οικοδομές, δεν επινοούσε καινούρια φαγητά, δεν καταγινόταν με υφάσματα και χρώματα ρούχων, ούτε με την ωραία εμφάνιση των δούλων του. Η στολή του ήταν η ίδια που φορούσε και στο Λώριο, στην έπαυλή του στα πεδινά, και τα υπόλοιπα ρούχα του τα προμηθευόταν από τους υφαντές του Λανούβιου. Θυμάμαι πως φέρθηκε στον τελώνη των Τούσκλων που τον παρακαλούσε για κάτι∙ την όλη συμπεριφορά του: ούτε σκληρός ούτε αδυσώπητος ούτε βιαστικός, ώστε να πει κανείς γι’ αυτόν πως «ιδρωκοπούσε». Συλλογιζόταν το καθετί χωριστά, σαν να είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, ήρεμα, με τάξη, αποφασιστικά, εναρμονισμένος με τη φύση των πραγμάτων∙ θα του ταίριαζε αυτό που λέγεται για το Σωκράτη, ότι μπορούσε και να απέχει και να απολαμβάνει εκείνα τα πράγματα που οι περισσότεροι δυσκολεύονται να απαρνηθούν αλλά και ενδίδουν στην απόλαυσή τους∙ ενώ το να δείχνεις δύναμη και καρτερικότητα, ακόμη και εγκράτεια –τόσο στην αποχή όσο και στην απόλαυση-, είναι γνώρισμα ανθρώπου με ατόφια και ακατάβλητη ψυχή, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της αρρώστιας του Μάξιμου».
Στο επόμενο απόσπασμα (6.30) ο Μάρκος απευθύνεται στο εαυτό του φέρνοντας ως παράδειγμα τον Αντωνίνο:
«Κοίταξε μην παραγίνεις καίσαρας, μην εμποτιστείς μ’αυτό το πνεύμα• γιατί μπορείς να το πάθεις. Κράτησε λοιπόν τον εαυτό σου απλό, καλόψυχο, ακέραιο, σεμνό, απροσποίητο, φιλοδίκαιο, θεοσεβή, καλοπροαίρετο, στοργικό, ακλόνητο στα καθήκοντά του. Προσπάθα να μείνεις ο ίδιος: τέτοιος όπως σε διαμόρφωσε η φιλοσοφία. Σέβου τους θεούς, σώζε τους ανθρώπους. Η ζωή είναι μικρή –και να ποιος είναι ο μοναδικός καρπός της επίγειας ζωής: καθαρότητα της ψυχής και πράξεις για το καλό της κοινωνίας. Σε όλα να είσαι μαθητής του Αντωνίνου• να ‘χεις τη σταθερότητά του στις πράξεις που υπαγορεύονται από τον ορθό λόγο, και την ισορροπία του σε όλες τις περιστάσεις, την ευλάβεια, τη γλυκύτητα του προσώπου του, το μειλίχιο χαρακτήρα, την έλλειψη ματαιοδοξίας, την προθυμία του να καταλαβαίνει τα πράγματα. Σκέψου πως εκείνος δεν προσπερνούσε τίποτα αν πρώτα δεν το μελετούσε και δεν το καταλάβαινε καλά• πως ανεχόταν όλους εκείνους που άδικα τον κατηγορούσαν, χωρίς ν’ ανταποδίδει τις κατηγόριες. Πως δεν έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις για τίποτα και δεν έδινε πίστη σε διαβολές. Με πόση προσοχή ζύγιαζε τους χαρακτήρες των ανθρώπων και τις πράξεις: δίχως να περιπαίζει, δίχως να φοβάται, δίχως καχυποψίες, δίχως σοφιστείες. Σκέψου σε πόσο λίγα πράγματα αρκούνταν –την κατοικία, το στρώμα του, το ρούχο, την τροφή, τους υπηρέτες. Πόσο ήταν φιλόπονος και μακρόθυμος. Ικανός να ασχολείται με το ίδιο πράγμα μέχρι το βράδυ, χάρη στη λιτή διαβίωση, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνει για τις σωματικές του ανάγκες παρά μόνο τη συνηθισμένη ώρα. Πιστός και σταθερός στις φιλίες του. Το ότι ανεχόταν όσους διαφωνούσαν μαζί του μιλώντας ανοιχτά, και χαίρονταν αν κάποιος του έδειχνε το καλύτερο. Τ’ ότι ήταν θεοσεβούμενος χωρίς να είναι δεισιδαίμων. Έτσι να είσαι, για να ‘χεις και συ, όπως εκείνος, καθαρή τη συνείδησή σου σαν έρθει η τελευταία σου ώρα».
(…) «Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μας ένωσε νύχτες και νύχτες... και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μέσα στις φλέβες μας... τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε... διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές... τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων... Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη... να είναι τόσο απύθμενη... να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της. Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα και αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θά ‘χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τά ‘φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δε μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μού ‘ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και νά ‘μαι. Μια γυναίκα... δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της... που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα... ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω νά ‘μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θά ‘θελα να ζήσω, θά ‘θελα να μπορούσα να ζήσω, θά ‘μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω... όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τά ‘χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θά ‘τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μού ‘χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει από τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μού ‘χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγάντιος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων... κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου τον ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της... η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της... Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε... όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή... Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή... Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει... δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας... Το παλιογύναικο. Ένα θά ‘θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω. Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιόν ν’ αρχίσω και σε ποιόν να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή... αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη... με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες... Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων και ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις μωρή, μας στραγγαλίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, την γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακοχρόνο νά ‘χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια... Δεν είμαι πια γυναίκα... Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας... Μας τα πήρε όλ’ αυτή... Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δε θά ‘χει μείνει τίποτ’ από μας;... Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου... Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της... Έχω μέσα μου τη μοίρα της... Πεθαίνω σα χώρα...» (...)