Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκ του κατά Μάρκον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκ του κατά Μάρκον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Μελέτη θανάτου

Σκέφτομαι πολύ πάνω στο θάνατο, και ο λόγος που το κάνω δεν είναι εξαιτίας κάποιας πεισιθανάτιας διάθεσης που με κατέλαβε, αλλά για να ξεπεράσω το φόβο που μας προκαλεί. Χωρίς αυτό το φόβο ορίζεις αλλιώς τη ζωή σου. Ιδιαίτερα όταν αρρωστήσεις και έχεις το γιατρό να σιγοντάρει το φόβο σου -με το αζημίωτο βέβαια ας μην κρυβόμαστε. Γι' αυτό, τη μελέτη του θανάτου πρέπει να την κάνουμε όταν είμαστε υγιείς και νηφάλιοι και όχι σε κατάσταση πανικού όταν αρρωστήσουμε. Στην αναζωπύρωση του θέματος αυτή τη χρονική στιγμή συνέβαλε, από τη μια, το πάγιο ενδιαφερόν μου για την ελληνική φιλοσοφία και, από την άλλη, ο συγκυριακός θάνατος της Μαρίας Παπαγιαννίδου. Θα ξεκινήσω με το σχόλιο που άφησα σχετικά στο μπλογκ της Ερινύας. Έγραψα:

"Έχω ρίξει κι εγώ μια ματιά στα σχόλια που γράφονται εναντίον της Μαρίας και των ιδεών της και πρέπει να πω ότι με έχει κουράσει αυτή η κατάσταση. Δεν με ενδιαφέρουν ποσώς τα επιστημονικίστικα επιχειρήματά τους. Το θέμα είναι τι επιλέγει κανείς. Η ζωή μας και ο θάνατός μας μάς ανήκουν αποκλειστικά. Αν μου έλεγαν να επιλέξω ανάμεσα σε 5 χρόνια ζωής στέκοντας στα πόδια μου και ζώντας φυσιολογικά και αναμέσα σε 20 χρόνια που θα μαινοβγαίνω σε νοσοκομεία, σερνόμενος, πειραματόζωο στα τοξικά κοκτέιλ των γιατρών, θα προτιμούσα το πρώτο. Δε λυπάμαι για τη Μαρία. Πρόλαβε και έκανε την επιλογή της. Αποφάσισε να πάρει τη ζωή στα χέρια της και πέθανε με δική της ευθύνη. Και δώ ακριβώς είναι η ουσία ώστε ο άνθρωπος να μη γίνεται άθυρμα των γιατρών: Πρέπει να μάθουμε να μη φοβόμαστε το θάνατο. Δύσκολο, εγώ το προσπαθώ και βρίσκομαι σε καλό δρόμο. Ύστερα πρέπει να έχουμε το θάρρος να βγούμε από τη λίστα θανάτου που από γεννησημιού μας μάς έχουν κατατάξει -το κράτος, το σύστημα, το κατεστημένο; Αν το καταφέρουμε αυτό, τότε το AIDS, ο καρκίνος και ό,τι άλλο φοβερό, γίνεται αστείο και γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια όλα τα παπαγαλάκια που σου τριβελίζουν το μυαλό με το τι θα πάθεις αν διακόψεις τη θεραπεία και κουραφέξαλα. Η Μαρία είχε το θάρρος και βγήκε από τη λίστα και το φόβο του θανάτου τον έκανε οίστρο ζωής -έστω και για λίγο."

Μ' αυτές τις σκέψεις προσέτρεξα σε ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα που, όπως είπα παλιότερα, σκοπεύω να το παρουσιάσω κατά θέματα. Είναι το Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ανθολόγησα τις καταγραφές που αναφέρονται στο θάνατο. Σχεδόν όλες βρίσκονται στο 4ο βιβλίο -γιατί άραγε;- και τις παρουσιάζω στη μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη (εκδ. Θύραθεν 2008). Πάμε λοιπόν!

Ο θάνατος είναι, όπως κι η γέννηση, ένα μυστήριο της φύσης: σύσταση από τα ίδια στοιχεία και διάλυση στα ίδια. Διόλου δεν θά ‘πρεπε να προκαλεί αίσθημα ντροπής, γιατί δεν είναι ενάντιος στη φύση του έλλογου όντος, ούτε παραβαίνει τη λογική της δημιουργίας του. (Δ, 5)

Απόκτησες υπόσταση ως ένα μέρος του όλου. Θα αφανιστείς μέσα σ’ αυτό που σε γέννησε. Ή μάλλον, μέσω του μετασχηματισμού σου, θα σε ξαναδεχτεί ο σπερματικός του λόγος. (Δ, 14)

Μη συμπεριφέρεσαι σαν να πρόκειται να ζήσεις χιλιάδες χρόνια. Το μοιραίο έχει κιόλας γαντζωθεί πάνω σου. Όσο ζεις, κι όσο είναι στο χέρι σου, γίνε άνθρωπος καλός. (Δ, 17)

Όποιος έχει κυριευτεί από πάθος για την υστεροφημία του ούτε που φαντάζεται ότι καθένας απ’ όσους θα τον θυμούνται δεν θ’ αργήσει να πεθάνει, κι ύστερα τα ίδια κι ο διάδοχός του, ώσπου η μνήμη θα σβηστεί τελείως έτσι που προχωρά μέσα από ανθρώπους που ανάβουν και σβήνουν, Και υπόθεσε πως είναι αθάνατοι αυτοί που θα σε θυμούνται, και αθάνατη κι η μνήμη. Εσύ τι έχεις να κερδίσεις; Και δεν εννοώ απλώς ότι για τον πεθαμένο δεν σημαίνουν τίποτα οι έπαινοι∙ μα για τον ζωντανό τι άλλο μπορεί να εξυπηρετεί ο έπαινος πέρα από μια πρακτική σκοπιμότητα; Περιφρονείς δηλαδή άκαιρα τα δώρα που σου προσφέρει η φύση, επειδή δεν έχουν σχέση με λεγόμενα κάποιου άλλου [...] (Δ, 19)

Φέρε στο νου σου, ας πούμε, την εποχή του Βεσπασιανού, και θα δεις όλα να είναι τα ίδια: άνθρωποι να παντρεύονται, να ανατρέφουν παιδιά, νά ‘ναι άρρωστοι, να πεθαίνουν, να πολεμούν, να ξεφαντώνουν, να ταξιδεύουν για δουλειές, να καλλιεργούν χωράφια, νά ‘ναι αλαζονικοί, να υποψιάζονται ή να επιβουλεύονται, να εύχονται το θάνατο κάποιων άλλων, να γκρινιάζουν για την κατάστασή τους, να ερωτεύονται, να θησαυρίζουν, να θέλουν να γίνουν ύπατοι ή βασιλείς. Από τη ζωή αυτών των ανθρώπων δεν έχει απομείνει τίποτα πουθενά. Πέρνα τώρα στην εποχή του Τραϊανού. Όλα ξανά τα ίδια. Χάθηκε κι εκείνη η ζωή. Πάλι, κοίτα προσεχτικά τα σημάδια αλλοτινών καιρών, εθνών ολόκληρων, και δες πόσα έθνη έβαλαν τα δυνατά τους να επικρατήσουν, κι ύστερα από λίγο σωριάστηκαν και διαλύθηκαν. Μα περισσότερο από καθετί συλλογίσου εκείνους που κι εσύ ο ίδιος τους ήξερες, πως κυνηγούσαν μάταιους στόχους, παραμελώντας να κάνουν αυτό που ταίριαζε στη φύση τους, να κρατηθούν από αυτό γερά και να αρκεστούν σ’ αυτό. Κι εδώ είναι απαραίτητο να θυμάσαι ότι ο ζήλος με τον οποίο καταγινόμαστε με το καθετί, έχει τη δική του αξία και το δικό του μέτρο. Έτσι δεν θα σε πιάσει απελπισία, που δεν αφοσιώθηκες περισσότερο απ’ όσο θά ‘πρεπε σε δευτερεύουσες υποθέσεις. (Δ, 32)

Λέξεις κάποτε συνηθισμένες, σήμερα μας φαίνονται ξένες. Το ίδιο και τα ονόματα ανθρώπων ξακουστών κάποτε, που τώρα πια δεν σημαίνουν τίποτα: Κάμιλλος, Ουόλεσος, Δέντατος, και λίγο αργότερα Σκιπίων, Κάτων, και μετά Αύγουστος, και μετά Αδριανός και Αντωνίνος. Γρήγορα όλα ξεθωριάζουν, γρήγορα τα σκεπάζει η λησμονιά. Και μιλάω για ανθρώπους με λάμψη θαυμαστή. Γιατί οι άλλοι, απ’ τη στιγμή που άφησαν την τελευταία τους πνοή, «μην τους είδες, μην τους άκουσες». Τι σημαίνει τελοσπάντων αυτό το «αείμνηστος»; Μια σκέτη ματαιότητα. Λοιπόν, σε τι αξίζει ν’ αφοσιωθούμε; Σ’ ετούτα: σκέψεις γεμάτες δικαιοσύνη, πράξεις ανιδιοτελείς, λόγος που δεν θα αποδεικνύεται ψεύτικος, ψυχική διάθεση που θα καλοδέχεται ο,τιδήποτε συμβαίνει ως κάτι το αναγκαίο και συγγενικό μ’ εμάς, ως κάτι που απορρέει από την ίδια αρχή και την ίδια πηγή. (Δ, 33)

Τα πάντα εφήμερα∙ και εκείνος που θυμάται κάτι, και αυτό το κάτι. (Δ, 35)

Σύντομα θα πεθάνεις, κι ακόμη δεν έγινες απλός και φυσικός και ατάραχος∙ ούτε που ελευθερώθηκες από το φόβο ότι θα σε βλάψει κάτι έξω από σένα∙ κι ούτε είσαι πονετικός με όλους∙ κι ακόμη δεν λες να καταλάβεις ότι σοφία σημαίνει δίκαιες πράξεις. (Δ, 37)

«Μια ψυχούλα είσαι, που βαστάς έναν νεκρό», όπως έλεγε ο Επίκτητος. (Δ, 41)

Αν σου έλεγε κάποιος θεός ότι θα πεθάνεις αύριο ή, το αργότερο, μεθαύριο, δεν θα θεωρούσες σημαντικό το αν θα είναι αύριο ή μεθαύριο –γιατί, ποια η διαφορά;-, εκτός κι αν είσαι πια ολωσδιόλου ποταπός. Έτσι ακριβώς, να μη θεωρείς σημαντικό το αν θα πεθάνεις μετά από πολλά χρόνια ή αύριο. (Δ, 47)

Να σκέφτεσαι συνεχώς, πόσοι γιατροί πέθαναν, που πολλές φορές συνοφρυώθηκαν πάνω από τους ασθενείς τους∙ πόσοι αστρολόγοι που είχαν προβλέψει θανάτους άλλων, θαρρείς κι έκαναν κάτι σπουδαίο∙ πόσοι φιλόσοφοι που υποστήριζαν τα μύρια όσα περί θανάτου ή αθανασίας∙ πόσοι στρατιωτικοί ηγέτες που σκότωσαν κόσμο∙ πόσοι τύραννοι, που εξουσίαζαν τις ζωές των άλλων με φοβερή έπαρση, θαρρείς κι οι ίδιοι ήταν αθάνατοι! Πόσες πόλεις, ολόκληρες πόλεις –ας το πω έτσι- πέθαναν∙ η Ελίκη, η Πομπηία, το Ερκουλάνο και άλλες αναρίθμητες! (Δ, 48)

Είναι βέβαια απλοϊκό, αλλά βοηθά αποτελεσματικά στο να περιφρονείς τον θάνατο: να ξαναθυμάσαι εκείνους που παρέμειναν μέχρι τέλους πεισματικά προσκολλημένοι στη ζωή. Τι παραπάνω κέρδισαν, από εκείνους που έφυγαν πρόωρα; Σίγουρα κάπου είναι θαμμένοι, ο Καιδικιανός, ο Φάβιος, ο Ιουλιανός κι ο Λέπιδος κι όποιος άλλος, σαν κι αυτούς, έθαψε πολλούς ώσπου τέλος θάφτηκε κι ο ίδιος. Κοντολογίς, είναι μικρό το διάστημα της ζωής και αναλογίσου με πόσα και με τι λογής πράγματα εξαντλείται, και σε τι ταπεινό σαρκίο. Μην [το κάνεις ζήτημα] λοιπόν. Δες πίσω σου τον αχανή χρόνο που προηγήθηκε, και μπροστά σου τον μελλοντικό χρόνο που εκτείνεται άπειρο. Μέσα σ’ όλο αυτό, τι διαφέρει ο χρόνος ζωής ενός βρέφους τριών ημερών από το χρόνο κάποιου που θα ζήσει τριπλάσια χρόνια από το Νέστορα; (Δ, 50)

Όποιος φοβάται τον θάνατο, φοβάται είτε την απουσία αίσθησης είτε μια άλλη μορφή αίσθησης. Αλλά αν στερηθείς κάθε αίσθηση, δεν προκειται να νιώσεις κανένα κακό∙ αν πάλι αποκτήσεις άλλου είδους αίσθηση, θα γίνεις αλλιώτικο πλάσμα και δεν θα έχεις πάψει να ζεις. (Η, 58)

Βοηθά πολύ να περιφρονήσεις τον θάνατο η σκέψη ότι τον περιφρόνησαν ως και εκείνοι που ταυτίζουν το αγαθό με την ηδονή και το κακό με τον πόνο. (ΙΒ, 34).

[Εδώ ο Μάρκος αναφέρεται στους Επικούρειους. Πρβ. Επικ. Κύρια Δόξα 2: « Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Και μια κατάσταση αναισθησίας δεν μας αφορά». Με τους Επικούρειους θα επανέλθω στην επόμενη Μελέτη θανάτου.]

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Οι καλοκαιρινές διακοπές του Μάρκου

O κόσμος κοιτά πως να φύγει σε εξοχικά σπίτια και στις παραλίες και στα βουνά∙ και συ ο ίδιος έχεις συνηθίσει να τα αποζητάς αυτά, και με το παραπάνω. Κι όμως, αυτό δείχνει αφέλεια, αφού μπορείς ό,τι ώρα θες να καταφύγεις στον εαυτό σου. Πράγματι, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ο άνθρωπος μπορεί να καταφεύγει στον εσωτερικό του κόσμο, με ηρεμία και δίχως τρεχάματα – ιδίως όποιος έχει μέσα του στοιχεία τέτοια που αν σκύψει πάνω τους, ευθύς βρίσκεται στο κέντρο της γαλήνης∙ και λέγοντας γαλήνη δεν εννοώ άλλο από την αρμονία. Να προσφέρεις συνεχώς στον εαυτό σου τούτη την καταφυγή και να τον ανανεώνεις. Ας είναι μικρά και στοιχειώδη εκείνα που θα σου έρθουν στο νου, μα που θα αρκέσουν ώστε να ξεπλύνουν τη στεναχώρια και να σε ξαναστείλουν ευδιάθετο εκεί όπου είσαι υποχρεωμένος να επιστρέψεις.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, Βιβλίο Δ’, 3 (μτφ. Γιάννης Αβραμίδης)

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Η κατά Μάρκον ηθική του δράματος και 3 ½ στίχοι από χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη.

Στην αρχή οι τραγωδίες δημιουργήθηκαν για να υπενθυμίζουν γεγονότα που συμβαίνουν, κι ότι είναι στη φύση τους να συμβαίνουν∙ κι αυτά που σας ψυχαγωγούν όταν διαδραματίζονται επί σκηνής να μη σας συνθλίβουν όταν διαδραματίζονται στη μεγάλη σκηνή του κόσμου. Γιατί το βλέπετε πως αυτή πρέπει νά ‘ναι η εξέλιξη, και πως ακόμη κι αυτοί που αφήνουν την κραυγή «Αχ, Κιθαιρώνα!», μπορούν να τα υπομένουν. Και κάποιες φράσεις των δραματουργών είναι πολύ χρήσιμες –προπάντων εκείνο το

Κι αν οι θεοί εγκατέλειψαν εμέ και τα παιδιά μου
υπάρχει λόγος και γι’ αυτό

εἰ δ’ ἠμελήθην ἐκ θεῶν καὶ παῖδ’ ἐμώ
ἔχει λόγον καὶ τοῦτο∙

(Ευριπίδου, Αντιόπη)


ή πάλι

Με τα πράγματα να μη θυμώνεις

τοῖς πράγμασιν γὰρ οὐχὶ θυμοῦσθαι <χρεών>

(Ευριπίδου, Βελλεροφόντης)


και

Θερίζεται η ζωή σαν το καρπερό το στάχυ

βίον θερίζειν ὤστε κάρπιμον στάχυν∙

(Ευριπίδου, Υψιπύλη)


και τα παρόμοια.

Μετά την Τραγωδία βγήκε η Αρχαία Κωμωδία, που με την διδακτική ελευθεροστομία και την ευθύτητά της δεν ήταν διόλου ανώφελη καθώς μας υπενθύμιζε να μην είμαστε αλαζόνες. Και ο Διογένης τέτοια γλώσσα χρησιμοποιούσε, για παρόμοιους λόγους. Τώρα, τι λογής πράγμα ήταν η Μέση Κωμωδία, και για ποιο λόγο πήρε τη σκυτάλη η Νέα Κωμωδία, που σιγά σιγά ξέπεσε σε μια καλλιτεχνία της μίμησης, είναι προς μελέτη. Αναγνωρίζω ότι λένε κι αυτές κάποια χρήσιμα πράγματα, αλλά όλη η θεματολογία στην οποία προσηλώνεται αυτή η ποίηση και δραματουργία, τελοσπάντων σε τι αποβλέπει;


Και ο τελευταίος συλλογισμός, η κατακλείδα του έργου:

Άνθρωπέ μου, υπήρξες πολίτης στη μεγάλη ετούτη πόλη. Ποια η διαφορά, αν ήταν για πέντε ή για πενήντα χρόνια; Οι νόμοι της ίσχυαν για όλους το ίδιο. Πού το φοβερό, λοιπόν, αν από την πόλη ετούτη δεν σε διώχνει κάποιος τύραννος ή ένας άδικος δικαστής, αλλά η Φύση που σε έφερε εδώ; Είναι σαν να απολύει έναν κωμικό ηθοποιό ο διευθυντής που τον προσέλαβε. «Ναι, αλλά δεν έπαιξα και στα πέντε μέρη, μα μόνο στα τρία.» «Καλά λες. Όμως στη ζωή, τα τρία μέρη είναι όλο κι όλο το δράμα.» Όσο για το πότε ολοκληρώνεται, αυτό το καθορίζει ο αίτιος της σύνθεσης και τώρα της διάλυσης. Εσύ δεν είσαι αίτιος για κανένα από τα δυο. Φύγε λοιπόν με καλοσυνάτο τρόπο, γιατί καλοσυνάτος είναι κι αυτός που σε απολύει.

Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης (εκδ. Θύραθεν 2008).

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Ο Δεκάλογος του Μάρκου, ή Τα 9+1 δώρα των Μουσών και του Απόλλωνα.

Προβληματιζόμουν για το πως θα παρουσίαζα ένα από τα πιο αγαπημένα μου κείμενα, Τα εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου, το αιώνιο ευαγγέλιο όπως το χαρακτήρισε ο Ρενάν. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας του έργου, σκέψεις του αυτοκράτορα όταν καταλάγιαζε η μάχη, με έφερνε σε αμηχανία γιατί δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω. Αποφάσισα λοιπόν να απαρουσιάσω κάποια θέματα που καλύπτουν έναν ή περισσότερους συλλογισμούς, κι έτσι εγκαινιάζω στο ιστολόγιο μου την καινούρια θεματική ενότητα Εκ του κατά Μάρκον. Από τη μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη (εκδ. Θύραθεν 2008).

Πρώτα πρώτα, ποια είναι η σχέση μου μ’ αυτούς∙ και πως όλοι έχουμε γεννηθεί ο ένας για χάρη του άλλου∙ και κατά δεύτερο λόγο, ειδικά εγώ, έλαχε να μπω μπροστάρης τους, όπως το κριάρι στο κοπάδι ή ο ταύρος στην αγέλη. Ξεκίνα να προσεγγίζεις το ζήτημα από την εξής αρχή: Αν δεν ισχύει η ατομική φυσική θεωρία, τότε η Φύση είναι η δύναμη που διοικεί τα πάντα. Κι αν είναι έτσι, αυτό σημαίνει πως τα χειρότερα υπάρχουν για χάρη των ανώτερων∙ και τα ανώτερα, το ένα για χάρη του άλλου.

Δεύτερο: φέρε με το νου σου, το πως είναι τούτοι οι άνθρωποι στο τραπέζι, πως είναι στο κρεβάτι και στην υπόλοιπη ζωή τους. Κυρίως, σε τι πράξεις τούς υποχρεώνουν οι ίδιες οι ιδέες και αρχές τους –και με τι έπαρση δρουν.

Τρίτο: αναλογίσου ότι αν οι πράξεις τους είναι σωστές, εσύ δεν πρέπει να δυσανασχετείς. Αν όμως πέφτουν σε σφάλματα, είναι προφανές ότι δρουν εν αγνοία τους και αθέλητα. Γιατί κάθε ψυχή στερείται την αλήθεια χωρίς την θέλησή της∙ με τον ίδιο τρόπο, χωρίς την θέλησή της στερείται τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει το καθετί σύμφωνα με την αξία του. Επομένως, στενοχωριούνται ν’ ακούν πως είναι άδικοι, αγνώμονες και πλεονέκτες ή, μ’ ένα λόγο, αμαρτητικοί περί τους πλησίον.

Τέταρτο: αναλογίσου ότι και συ πέφτεις σε πολλά σφάλματα κι είσαι άλλος ένας σαν κι αυτούς. Κάποια σφάλματα μπορεί να μην τα κάνεις, έχεις όμως μια κλίση και προς αυτά –έστω κι αν μένεις μακριά από δειλία ή ματαιοδοξία ή κάποιο παρόμοιο ελάττωμα.

Πέμπτο: σκέψου ότι δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά αν όντως αμαρτάνουν. Γιατί πολλές πράξεις γίνονται σύμφωνα με την οικονομία του κόσμου, και σε γενικές γραμμές πολλά πρέπει προηγουμένως να καταλάβει κανείς, ώστε να αποφαίνεται για τις πράξεις των άλλων ως κάποιος που κατέχει τα πράγματα σε βάθος.

Έκτο: Όταν σε πιάνει μεγάλη αγανάκτηση ή θλίψη, αναλογίσου ότι η ανθρώπινη ζωή είναι μια στιγμή, και ότι ύστερα από λίγο όλοι μας θα κειτόμαστε νεκροί.

Έβδομο: δεν είναι οι πράξεις τους που μ’ ενοχλούν∙ γιατί αυτές βρισκονται μέσα στο δικό τους ηγεμονικό∙ αυτό που με κάνει να ενοχλούμαι είναι οι δικές μου πεποιθήσεις. Ξεφορώσου τες, λοιπόν, και παράτα με τη θέλησή σου την κριτική ενάντια σε πράξεις που τις βρίσκεις φοβερές, και πάει, έφυγε η οργή. Πώς θα τις ξεφορτωθείς; Αν λογαριάσεις ότι η πράξη του άλλου δεν είναι ντροπή δική σου∙ βλέπεις, αν δεν είναι κακό μόνον ό,τι ντροπιάζει, τότε σίγουρα πέφτεις κι εσύ σε πολλά σφάλματα, και ληστής γίνεσαι και ικανός για όλα.

Όγδοο: σκέψου πόσο πιο ανυπόφορη είναι η οργή και η θλίψη για τέτοια πράγματα που μας εξοργίζουν και μας θλίβουν.

Ένατο: σκέψου ότι η καλοσύνη είναι ανίκητη, αν είναι γνήσια κι όχι βεβιασμένο χαμόγελο ή υποκρισία.Τι μπορεί να σου κάνει ακόμη κι ο πιο αλαζονικός άνθρωπος, αν παραμένεις καλοσυνάτος απέναντί του και, σε περίπτωση που σου δοθεί η ευκαιρία, τον συμβουλεύεις με πραότητα και προσπαθείς ήσυχα να τον μεταπείσεις την ώρα που πάει να σου κάνει κακό: «Μη, παιδί μου,. Για άλλα πράγματα έχουμε γεννηθεί. Εγώ δεν θα πάθω κακό∙ εσύ θα κάνεις κακό στον εαυτό σου, παιδί μου». Και να του δείχνεις με λεπτότητα ότι γενικά έτσι έχουν τα πράγματα, ότι ούτε οι μέλισσες δεν το κάνουν αυτό μήτε τα άλλα ζώα που ζουν κατά αγέλες. Χωρίς ειρωνεία, χωρίς να τον προσβάλεις, παρά με στοργή και δίχως πίκρα στην ψυχή∙ όχι σα δάσκαλος ούτε για να σε θαυμάσουν οι γύρω∙ αλλά σα νά ‘σασταν μόνοι οι δυο σας, κι ας είναι κι άλλοι μπροστά.

Αυτούς τους εννέα κανόνες κράτα τους στο μυαλό, θεώρησέ τους δώρα που σου έχουν χαρίσει οι Μούσες και αρχίνα επιτέλους να είσαι άνθρωπος εφ’ όρου ζωής. Και να προσέχεις: όχι μόνον να μην οργίζεσαι με τους άλλους μα και να μην τους κολακεύεις, γιατί και οι δύο στάσεις είναι αντικοινωνικές και επιβλαβείς. Όταν σε πιάνει οργή, αμέσως να σκέφτεσαι ότι ο θυμός δεν είναι ανδρεία. Και ότι η πραότητα όχι μόνο είναι πιο ανθρώπινη μα και πιο αντρίκια στάση∙ και όποιος την έχει, ταυτόχρονα έχει και δύναμη και νεύρο και αντρειοσύνη. Όχι όποιος αγανακτεί και δυσανασχετεί. Γιατί όσο πιο απαθής είσαι, τόσο περισσότερη δύναμη έχεις. Η οργή, όπως κι η λύπη, είναι ένδειξη αδυναμίας: και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος έχει πληγωθεί και έχει ενδώσει.

Αν θες τώρα, πάρε και ένα δέκατο δώρο από τον Μουσηγέτη Απόλλωνα: το να έχεις την αξίωση να μην αμαρτάνουν οι φαύλοι, είναι τρέλα, γιατί ζητάς κάτι αδύνατο. Όμως το να τους επιτρέπεις να είναι όπως είναι απέναντι στους άλλους, και συγχρόνως να έχεις την αξίωση να είναι εντάξει με σένα, είναι αναισθησία και δεσποτισμός.