Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαπημένοι συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγαπημένοι συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Οι καλοκαιρινές διακοπές του Μάρκου

O κόσμος κοιτά πως να φύγει σε εξοχικά σπίτια και στις παραλίες και στα βουνά∙ και συ ο ίδιος έχεις συνηθίσει να τα αποζητάς αυτά, και με το παραπάνω. Κι όμως, αυτό δείχνει αφέλεια, αφού μπορείς ό,τι ώρα θες να καταφύγεις στον εαυτό σου. Πράγματι, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ο άνθρωπος μπορεί να καταφεύγει στον εσωτερικό του κόσμο, με ηρεμία και δίχως τρεχάματα – ιδίως όποιος έχει μέσα του στοιχεία τέτοια που αν σκύψει πάνω τους, ευθύς βρίσκεται στο κέντρο της γαλήνης∙ και λέγοντας γαλήνη δεν εννοώ άλλο από την αρμονία. Να προσφέρεις συνεχώς στον εαυτό σου τούτη την καταφυγή και να τον ανανεώνεις. Ας είναι μικρά και στοιχειώδη εκείνα που θα σου έρθουν στο νου, μα που θα αρκέσουν ώστε να ξεπλύνουν τη στεναχώρια και να σε ξαναστείλουν ευδιάθετο εκεί όπου είσαι υποχρεωμένος να επιστρέψεις.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, Βιβλίο Δ’, 3 (μτφ. Γιάννης Αβραμίδης)

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

To ρόδο του Παράκελσου

του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Από τη συλλογή Ρόδινο και Γαλάζιο (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης), εκδ. ύψιλον/βιβλία 1982.

Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.



Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλα το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;




Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο.



Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Η κατά Μάρκον ηθική του δράματος και 3 ½ στίχοι από χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη.

Στην αρχή οι τραγωδίες δημιουργήθηκαν για να υπενθυμίζουν γεγονότα που συμβαίνουν, κι ότι είναι στη φύση τους να συμβαίνουν∙ κι αυτά που σας ψυχαγωγούν όταν διαδραματίζονται επί σκηνής να μη σας συνθλίβουν όταν διαδραματίζονται στη μεγάλη σκηνή του κόσμου. Γιατί το βλέπετε πως αυτή πρέπει νά ‘ναι η εξέλιξη, και πως ακόμη κι αυτοί που αφήνουν την κραυγή «Αχ, Κιθαιρώνα!», μπορούν να τα υπομένουν. Και κάποιες φράσεις των δραματουργών είναι πολύ χρήσιμες –προπάντων εκείνο το

Κι αν οι θεοί εγκατέλειψαν εμέ και τα παιδιά μου
υπάρχει λόγος και γι’ αυτό

εἰ δ’ ἠμελήθην ἐκ θεῶν καὶ παῖδ’ ἐμώ
ἔχει λόγον καὶ τοῦτο∙

(Ευριπίδου, Αντιόπη)


ή πάλι

Με τα πράγματα να μη θυμώνεις

τοῖς πράγμασιν γὰρ οὐχὶ θυμοῦσθαι <χρεών>

(Ευριπίδου, Βελλεροφόντης)


και

Θερίζεται η ζωή σαν το καρπερό το στάχυ

βίον θερίζειν ὤστε κάρπιμον στάχυν∙

(Ευριπίδου, Υψιπύλη)


και τα παρόμοια.

Μετά την Τραγωδία βγήκε η Αρχαία Κωμωδία, που με την διδακτική ελευθεροστομία και την ευθύτητά της δεν ήταν διόλου ανώφελη καθώς μας υπενθύμιζε να μην είμαστε αλαζόνες. Και ο Διογένης τέτοια γλώσσα χρησιμοποιούσε, για παρόμοιους λόγους. Τώρα, τι λογής πράγμα ήταν η Μέση Κωμωδία, και για ποιο λόγο πήρε τη σκυτάλη η Νέα Κωμωδία, που σιγά σιγά ξέπεσε σε μια καλλιτεχνία της μίμησης, είναι προς μελέτη. Αναγνωρίζω ότι λένε κι αυτές κάποια χρήσιμα πράγματα, αλλά όλη η θεματολογία στην οποία προσηλώνεται αυτή η ποίηση και δραματουργία, τελοσπάντων σε τι αποβλέπει;


Και ο τελευταίος συλλογισμός, η κατακλείδα του έργου:

Άνθρωπέ μου, υπήρξες πολίτης στη μεγάλη ετούτη πόλη. Ποια η διαφορά, αν ήταν για πέντε ή για πενήντα χρόνια; Οι νόμοι της ίσχυαν για όλους το ίδιο. Πού το φοβερό, λοιπόν, αν από την πόλη ετούτη δεν σε διώχνει κάποιος τύραννος ή ένας άδικος δικαστής, αλλά η Φύση που σε έφερε εδώ; Είναι σαν να απολύει έναν κωμικό ηθοποιό ο διευθυντής που τον προσέλαβε. «Ναι, αλλά δεν έπαιξα και στα πέντε μέρη, μα μόνο στα τρία.» «Καλά λες. Όμως στη ζωή, τα τρία μέρη είναι όλο κι όλο το δράμα.» Όσο για το πότε ολοκληρώνεται, αυτό το καθορίζει ο αίτιος της σύνθεσης και τώρα της διάλυσης. Εσύ δεν είσαι αίτιος για κανένα από τα δυο. Φύγε λοιπόν με καλοσυνάτο τρόπο, γιατί καλοσυνάτος είναι κι αυτός που σε απολύει.

Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης (εκδ. Θύραθεν 2008).

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Ο Δεκάλογος του Μάρκου, ή Τα 9+1 δώρα των Μουσών και του Απόλλωνα.

Προβληματιζόμουν για το πως θα παρουσίαζα ένα από τα πιο αγαπημένα μου κείμενα, Τα εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου, το αιώνιο ευαγγέλιο όπως το χαρακτήρισε ο Ρενάν. Ο αποσπασματικός χαρακτήρας του έργου, σκέψεις του αυτοκράτορα όταν καταλάγιαζε η μάχη, με έφερνε σε αμηχανία γιατί δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω. Αποφάσισα λοιπόν να απαρουσιάσω κάποια θέματα που καλύπτουν έναν ή περισσότερους συλλογισμούς, κι έτσι εγκαινιάζω στο ιστολόγιο μου την καινούρια θεματική ενότητα Εκ του κατά Μάρκον. Από τη μετάφραση του Γιάννη Αβραμίδη (εκδ. Θύραθεν 2008).

Πρώτα πρώτα, ποια είναι η σχέση μου μ’ αυτούς∙ και πως όλοι έχουμε γεννηθεί ο ένας για χάρη του άλλου∙ και κατά δεύτερο λόγο, ειδικά εγώ, έλαχε να μπω μπροστάρης τους, όπως το κριάρι στο κοπάδι ή ο ταύρος στην αγέλη. Ξεκίνα να προσεγγίζεις το ζήτημα από την εξής αρχή: Αν δεν ισχύει η ατομική φυσική θεωρία, τότε η Φύση είναι η δύναμη που διοικεί τα πάντα. Κι αν είναι έτσι, αυτό σημαίνει πως τα χειρότερα υπάρχουν για χάρη των ανώτερων∙ και τα ανώτερα, το ένα για χάρη του άλλου.

Δεύτερο: φέρε με το νου σου, το πως είναι τούτοι οι άνθρωποι στο τραπέζι, πως είναι στο κρεβάτι και στην υπόλοιπη ζωή τους. Κυρίως, σε τι πράξεις τούς υποχρεώνουν οι ίδιες οι ιδέες και αρχές τους –και με τι έπαρση δρουν.

Τρίτο: αναλογίσου ότι αν οι πράξεις τους είναι σωστές, εσύ δεν πρέπει να δυσανασχετείς. Αν όμως πέφτουν σε σφάλματα, είναι προφανές ότι δρουν εν αγνοία τους και αθέλητα. Γιατί κάθε ψυχή στερείται την αλήθεια χωρίς την θέλησή της∙ με τον ίδιο τρόπο, χωρίς την θέλησή της στερείται τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει το καθετί σύμφωνα με την αξία του. Επομένως, στενοχωριούνται ν’ ακούν πως είναι άδικοι, αγνώμονες και πλεονέκτες ή, μ’ ένα λόγο, αμαρτητικοί περί τους πλησίον.

Τέταρτο: αναλογίσου ότι και συ πέφτεις σε πολλά σφάλματα κι είσαι άλλος ένας σαν κι αυτούς. Κάποια σφάλματα μπορεί να μην τα κάνεις, έχεις όμως μια κλίση και προς αυτά –έστω κι αν μένεις μακριά από δειλία ή ματαιοδοξία ή κάποιο παρόμοιο ελάττωμα.

Πέμπτο: σκέψου ότι δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά αν όντως αμαρτάνουν. Γιατί πολλές πράξεις γίνονται σύμφωνα με την οικονομία του κόσμου, και σε γενικές γραμμές πολλά πρέπει προηγουμένως να καταλάβει κανείς, ώστε να αποφαίνεται για τις πράξεις των άλλων ως κάποιος που κατέχει τα πράγματα σε βάθος.

Έκτο: Όταν σε πιάνει μεγάλη αγανάκτηση ή θλίψη, αναλογίσου ότι η ανθρώπινη ζωή είναι μια στιγμή, και ότι ύστερα από λίγο όλοι μας θα κειτόμαστε νεκροί.

Έβδομο: δεν είναι οι πράξεις τους που μ’ ενοχλούν∙ γιατί αυτές βρισκονται μέσα στο δικό τους ηγεμονικό∙ αυτό που με κάνει να ενοχλούμαι είναι οι δικές μου πεποιθήσεις. Ξεφορώσου τες, λοιπόν, και παράτα με τη θέλησή σου την κριτική ενάντια σε πράξεις που τις βρίσκεις φοβερές, και πάει, έφυγε η οργή. Πώς θα τις ξεφορτωθείς; Αν λογαριάσεις ότι η πράξη του άλλου δεν είναι ντροπή δική σου∙ βλέπεις, αν δεν είναι κακό μόνον ό,τι ντροπιάζει, τότε σίγουρα πέφτεις κι εσύ σε πολλά σφάλματα, και ληστής γίνεσαι και ικανός για όλα.

Όγδοο: σκέψου πόσο πιο ανυπόφορη είναι η οργή και η θλίψη για τέτοια πράγματα που μας εξοργίζουν και μας θλίβουν.

Ένατο: σκέψου ότι η καλοσύνη είναι ανίκητη, αν είναι γνήσια κι όχι βεβιασμένο χαμόγελο ή υποκρισία.Τι μπορεί να σου κάνει ακόμη κι ο πιο αλαζονικός άνθρωπος, αν παραμένεις καλοσυνάτος απέναντί του και, σε περίπτωση που σου δοθεί η ευκαιρία, τον συμβουλεύεις με πραότητα και προσπαθείς ήσυχα να τον μεταπείσεις την ώρα που πάει να σου κάνει κακό: «Μη, παιδί μου,. Για άλλα πράγματα έχουμε γεννηθεί. Εγώ δεν θα πάθω κακό∙ εσύ θα κάνεις κακό στον εαυτό σου, παιδί μου». Και να του δείχνεις με λεπτότητα ότι γενικά έτσι έχουν τα πράγματα, ότι ούτε οι μέλισσες δεν το κάνουν αυτό μήτε τα άλλα ζώα που ζουν κατά αγέλες. Χωρίς ειρωνεία, χωρίς να τον προσβάλεις, παρά με στοργή και δίχως πίκρα στην ψυχή∙ όχι σα δάσκαλος ούτε για να σε θαυμάσουν οι γύρω∙ αλλά σα νά ‘σασταν μόνοι οι δυο σας, κι ας είναι κι άλλοι μπροστά.

Αυτούς τους εννέα κανόνες κράτα τους στο μυαλό, θεώρησέ τους δώρα που σου έχουν χαρίσει οι Μούσες και αρχίνα επιτέλους να είσαι άνθρωπος εφ’ όρου ζωής. Και να προσέχεις: όχι μόνον να μην οργίζεσαι με τους άλλους μα και να μην τους κολακεύεις, γιατί και οι δύο στάσεις είναι αντικοινωνικές και επιβλαβείς. Όταν σε πιάνει οργή, αμέσως να σκέφτεσαι ότι ο θυμός δεν είναι ανδρεία. Και ότι η πραότητα όχι μόνο είναι πιο ανθρώπινη μα και πιο αντρίκια στάση∙ και όποιος την έχει, ταυτόχρονα έχει και δύναμη και νεύρο και αντρειοσύνη. Όχι όποιος αγανακτεί και δυσανασχετεί. Γιατί όσο πιο απαθής είσαι, τόσο περισσότερη δύναμη έχεις. Η οργή, όπως κι η λύπη, είναι ένδειξη αδυναμίας: και στις δύο περιπτώσεις, ο άνθρωπος έχει πληγωθεί και έχει ενδώσει.

Αν θες τώρα, πάρε και ένα δέκατο δώρο από τον Μουσηγέτη Απόλλωνα: το να έχεις την αξίωση να μην αμαρτάνουν οι φαύλοι, είναι τρέλα, γιατί ζητάς κάτι αδύνατο. Όμως το να τους επιτρέπεις να είναι όπως είναι απέναντι στους άλλους, και συγχρόνως να έχεις την αξίωση να είναι εντάξει με σένα, είναι αναισθησία και δεσποτισμός.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Αγαπημένοι συγγραφείς: Ε.Χ. Γονατάς, ο κρυπτικός

Για την αποκρυπτογράφηση του φετινού πρωτοχρονιάτικου κειμένου παραθέτω εδώ το τελευταίο αφήγημα από την Κρύπτη του Ε.Χ. Γονατά (εκδ. στιγμή 1991).


Το είδωλο


Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανιωμένη, στα περιβόλια πίσω από τις μουσμουλιές, ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του και ξεχύνεται στο δάσος. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχθρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά.

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Αλλοίνομο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκανδάλη.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ αλλιώτικο βλέμμα.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ‘χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαρακτηριστικά που είναι αντικρύ του;

Όχι, δεν κάνει λάθος.

Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράγματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;


. . .

Κανονικά εδώ θα έπρεπε να ακολουθήσει η αριστουργηματική Προετοιμασία, ένα κείμενο τόσο μικρό που δε μου πάει να το κόψω μα και τόσο μεγάλο που δε μπορώ να παραθέσω ολόκληρο εδώ. Παραπέμπω λοιπόν τον φιλέρευνο αναγνώστη στην εκδομένη του μορφή: εκδ. στιγμή 1991.


Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Τα 12 ευαγγέλια του Αιρετικού

ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης, από Το εγκώμιο της σκιάς, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985)


3. Δυστυχισμένοι οι πτωχοί τω πνεύματι, γιατί όπως ήταν πάνω στη γη, θα είναι και κάτω απ’ τη γη.

4. Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόχτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.

5. Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.

6. Δεν αρκεί νά ’σαι ο έσχατος για νά ’σαι κάποια μέρα ο πρώτος.

7. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.

8. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτο του.

9. Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.

10. Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης.

11. Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν ανταπόδοση.

12. Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν το Θεό.

13. Ευλογημένοι όσοι διώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ’ ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.

14. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.

15. Ν’ ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανένας. Θα το δει ο Θεός.

16. Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και αυτά που λέω, κι αυτά που έχουν πει οι προφήτες.

17. Κείνος που θα σκοτώσει κινημένος απ’ το δίκιο, ή από κείνο που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.

18. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση, ούτε για τους ουρανούς.

19. Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος σου, δε θα σε ικανοποιήσει περισσότερο από τη γαλήνη σου.

20. Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ το· είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.

24. Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας· δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.

25. Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.

26. Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ’ αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και τ’ άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που στο γυρίζει.

27. Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγνώμη· η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγνώμη.

28. Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου, μπορεί να είναι πράξη δικαιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, αλλά πράξη αγγέλου.

29. Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.

30. Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεννούν την απραξία, κι η απραξία τη θλίψη και την ανία.

31. Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να είναι και, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό σου.

32. Ο Θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και θα τους μετρήσει μ’ άλλα μέτρα.

33. Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους· αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.

34. Ψάχνε, μόνο για νά ’χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις...

39. Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.

40. Μην κρινεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του· μπορούσαν νά ’ναι και καλύτερα ή χειρότερα.

41. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα νά ’τανε η άμμος πέτρα...

47. Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος είναι πλούσιος δίχως αλαζονία.

48. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες.

49. Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους τα λόγια του Βιργίλιου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτίζουν τη ζωή τους.

50. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη.

51. Ευτυχισμένοι οι ευτυχισμένοι.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Το πρότυπο του ιδεώδους ηγέτη (από τα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου -ευχές για καλή χρονιά)

Το κείμενο που επέλεξα για να στείλω τις ευχές μου τη φετινή Πρωτοχρονιά, σε αντίθεση με το περσινό, δείχνει μια θετική στάση ζωής. Αφορά το πρότυπο του ιδεώδους ηγέτη όπως αυτό εκφράστηκε ιστορικά στο πρόσωπο του Αντωνίνου του Ευσεβούς, του Ρωμαίου Αυτοκράτορα (138-161 μ.Χ). Το προτρέτο του μας δίνει ο θετός του γιος και επόμενος Αυτοκράτορας, Μάρκος Αυρήλιος (Τα εις εαυτόν, 1.16). Η μαρτυρία του είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, μια και τα βιβλία από την Ιστορία του Δίωνα Κάσσιου, που αφορούν την περίοδο βασιλείας του έχουν καταστραφεί. Όπως έχουν καταστραφεί ή είναι ελάχιστες οι πληροφορίες που έχουν σωθεί για τους αυτοκράτορες που πραγμάτωσαν το θαύμα της Ρώμης και καθόρισαν τον χρυσό αιώνα της ανθρωπότητας, σε αντίθεση με την πληθώρα των λεπτομερειών που αφορούν στους άθλιους διαδόχους του Αυγούστου –και των πιο διεστραμμένων, Νέρωνα και Καλλιγούλα, συμπεριλαμβανομένων.
Το μοντέλο διακυβέρνησης άλλαξε όταν τον τελευταίο από τους τυράννους Δομιτιανό διαδέχτηκε, με απόφαση της Συγκλήτου, ο φιλελεύθερος Νέρβας (96-98 μ.Χ) που θέσπισε ένα νέο μοντέλο διαδοχής: τον προηγούμενο Αυτοκράτορα δε θα διαδεχόταν κάποιος εξ αίματος συγγενής αλλά ένας θετός γιος που θα επιλεγόταν με βάση την αξιοσύνη του και τις ικανότητες διακυβέρνησης που είχε επιδείξει σε διάφορα αξιώματα της ρωμαϊκής πολιτείας. Έτσι, ο Νέρβας υιοθέτησε τον Τραϊανό (98-117 μ.Χ), ο Τραϊανός υιοθέτησε τον Αδριανό (117-138), ενώ ο Αδριανός προχώρησε ακόμη περισσότερο και ονομάτισε τους δύο επόμενους Αυτοκράτορες υιοθετώντας τον άριστο όλων, Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161 μ.Χ) με την προϋπόθεση ότι αυτός θα υιοθετούσε τον Μάρκο Αυρήλιο (161-180 μ.Χ). Και μετά έρχεται το χάος καθώς επαναφέρεται η εξ αίματος διαδοχή.
Ένα παρόμοιο μ’ αυτό των Αντωνίνων σύστημα διαδοχής θα εισαγάγει έναν αιώνα αργότερα ο Διοκλητιανός (285-305 μ.Χ) με ευεργετικά για την Αυτοκρατορία αποτελέσματα, αλλά θα ανατραπεί από τον άθλιο Κωνσταντίνο και τους εξίσου άθλιους –με εξαίρεση τον Ιουλιανό- διαδόχους του.
Το κείμενο του Μάρκου το πήρα από την έκδοση των Εις εαυτόν, μτφ Γιώργος Αβραμίδης, εκδ. Θύραθεν, 2008. Εδώ ο Μάρκος σκιαγραφεί τον άμεμπτο χαρακτήρα του θετού του πατέρα, Αντωνίνου του Ευσεβούς, και τον συσχετίζει με τη χρηστή διακυβέρνηση.

«Από τον πατέρα μου διδάχτηκα την ήμερη διάθεση και την απαρασάλευτη επιμονή σε απόψεις δοκιμασμένες∙ τ’ ότι δεν ήταν κενόδοξος και δεν επιζητούσε τις λεγόμενες «τιμές». Τη φιλοπονία του και την επίμονη μελέτη. Την προθυμία του να ακούει πάντα εκείνους που είχαν να πουν κάτι ωφέλιμο για την κοινωνία. Το ότι πρόσφερε στον καθένα ανάλογα με την αξία του, χωρίς να παρεκτρέπεται. Την πείρα του, που τού ‘λεγε πού χρειαζόταν να σφίξει τα σχοινιά και πού να τα χαλαρώσει. Την κατάργηση της παιδεραστίας. Τ ότι μοιραζόταν τα αισθήματα των άλλων, και το ότι δεν υποχρέωνε τους φίλους να δειπνούν μαζί του ή να τον συνοδεύουν στα ταξίδια του. Το ότι δεν άλλαζε στάση απέναντι σε κείνους που για κάποιο λόγο τον ακολούθησαν. Την τάση να είναι ακριβολόγος και επίμονος στα συμβούλια, και να μην παραιτείται πρόωρα από την έρευνα, αρκούμενος σε εύκολες εντυπώσεις. Το ότι διατηρούσε τις φιλίες του: χωρίς να τις βαριέται εύκολα αλλά και χωρίς υπερβολικούς ενθουσιασμούς∙ πάντα αυτάρκης και πάντα ευδιάθετος. Το ότι προνοούσε από καιρό πριν, ακόμα και για το παραμικρό, χωρίς να διεκτραγωδεί καταστάσεις. Τ’ ότι απαγόρεψε τις ζητωκραυγές και κάθε κολακεία προς το πρόσωπό του. Την φροντίδα για όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διακυβέρνηση της χώρας, και την υπομονή του όταν κάποιοι τον κατηγορούσαν για φειδωλή διαχείρηση των δημοσίων δαπανών. Το ότι δεν ήταν δεισιδαίμων ούτε δημαγωγός, κόλακας του όχλου και λαϊκιστής, αλλά νηφάλιος και σταθερός στο καθετί, ποτέ ακαλαίσθητος ούτε σώνει και καλά καινοτόμος∙ τα άφθονα υλικά αγαθά που του πρόσφερε η τύχη, τα απολάμβανε χωρίς επίδειξη και χωρίς προφάσεις, με τρόπο ώστε εκείνα που είχε στη διάθεσή του να τα χαίρεται ανυπόκριτα, και για εκείνα που δεν είχε να μη νιώθει στέρηση. Το ότι κανείς δεν μπορούσε να πει γι’ αυτόν ότι ήταν είτε σοφιστής είτε γελωτοποιός είτε σχολαστικός, παρά μόνο ότι ήταν άνδρας ώριμος, τέλειος, ότι δε έπαιρνε από κολακείες και ήξερε να χειριστεί και τις προσωπικές του υποθέσεις και των άλλων∙ και επιπλέον ότι εκτιμούσε τους αληθινούς φιλοσόφους – όσο για τους άλλους ούτε τους πρόσβαλλε ούτε άφηνε να τον επηρεάσουν. Ευχάριστος στις συντροφιές και διασκεδαστικός αλλά όχι υπερβολικά. Φρόντιζε το σώμα του με μέτρο: όχι σαν κάποιος που λατρεύει υπερβολικά τη ζωή ούτε για να δείχνει ωραίος, αλλά τόσο ώστε να ‘χει όσο το δυνατό λιγότερη ανάγκη από γιατρούς και γιατρικά και καταπλάσματα. Πάνω απ’ όλα, το ότι υποχωρούσε, χωρίς ίχνος φθόνου, μπροστά σε ανθρώπους που είχαν κάποια προσωπική ικανότητα, όπως η ευγλωττία ή επιστημονική γνώση των νόμων ή των εθίμων ή άλλων θεμάτων, και τους στήριζε, έτσι που ο καθένας τους να ευδοκιμήσει κατά τα προτερήματά του. Και το ότι όλες οι ενέργειες του ήσαν σύμφωνες με τα πατροπαράδοτα, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί τεχνηέντως να διαφυλάξει την παράδοση. Κι ακόμη, τ’ ότι δεν ήταν ευμετάβλητος ούτε πήγαινε πέρα-δώθε, παρά έμενε στα ίδια μέρη και στα ίδια πράγματα. Και μετά τους παροξυσμούς της κεφαλαλγίας του, επέστρεφε παρευθύς ανανεωμένος και ακμαίος στις συνηθισμένες του δουλειές. Το ότι δεν είχε παρά ελάχιστα απόρρητα μυστικά, και αυτά μόνο για το δημόσιο συμφέρον. Γνωστικός και μετρημένος στα δημόσια θεάματα, όπως και στις κατασκευές έργων, στις διανομές στο λαό και τα παρόμοια, αποσκοπώντας σ’ εκείνο που έπρεπε να γίνει και όχι στην καλή φήμη που θα του χάριζε το έργο του. Δεν σύχναζε στα λουτρά σε ώρες άσχετες, δεν είχε μανία να χτίζει οικοδομές, δεν επινοούσε καινούρια φαγητά, δεν καταγινόταν με υφάσματα και χρώματα ρούχων, ούτε με την ωραία εμφάνιση των δούλων του. Η στολή του ήταν η ίδια που φορούσε και στο Λώριο, στην έπαυλή του στα πεδινά, και τα υπόλοιπα ρούχα του τα προμηθευόταν από τους υφαντές του Λανούβιου. Θυμάμαι πως φέρθηκε στον τελώνη των Τούσκλων που τον παρακαλούσε για κάτι∙ την όλη συμπεριφορά του: ούτε σκληρός ούτε αδυσώπητος ούτε βιαστικός, ώστε να πει κανείς γι’ αυτόν πως «ιδρωκοπούσε». Συλλογιζόταν το καθετί χωριστά, σαν να είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, ήρεμα, με τάξη, αποφασιστικά, εναρμονισμένος με τη φύση των πραγμάτων∙ θα του ταίριαζε αυτό που λέγεται για το Σωκράτη, ότι μπορούσε και να απέχει και να απολαμβάνει εκείνα τα πράγματα που οι περισσότεροι δυσκολεύονται να απαρνηθούν αλλά και ενδίδουν στην απόλαυσή τους∙ ενώ το να δείχνεις δύναμη και καρτερικότητα, ακόμη και εγκράτεια –τόσο στην αποχή όσο και στην απόλαυση-, είναι γνώρισμα ανθρώπου με ατόφια και ακατάβλητη ψυχή, όπως φάνηκε και στην περίπτωση της αρρώστιας του Μάξιμου».

Στο επόμενο απόσπασμα (6.30) ο Μάρκος απευθύνεται στο εαυτό του φέρνοντας ως παράδειγμα τον Αντωνίνο:

«Κοίταξε μην παραγίνεις καίσαρας, μην εμποτιστείς μ’αυτό το πνεύμα• γιατί μπορείς να το πάθεις. Κράτησε λοιπόν τον εαυτό σου απλό, καλόψυχο, ακέραιο, σεμνό, απροσποίητο, φιλοδίκαιο, θεοσεβή, καλοπροαίρετο, στοργικό, ακλόνητο στα καθήκοντά του. Προσπάθα να μείνεις ο ίδιος: τέτοιος όπως σε διαμόρφωσε η φιλοσοφία. Σέβου τους θεούς, σώζε τους ανθρώπους. Η ζωή είναι μικρή –και να ποιος είναι ο μοναδικός καρπός της επίγειας ζωής: καθαρότητα της ψυχής και πράξεις για το καλό της κοινωνίας.
Σε όλα να είσαι μαθητής του Αντωνίνου• να ‘χεις τη σταθερότητά του στις πράξεις που υπαγορεύονται από τον ορθό λόγο, και την ισορροπία του σε όλες τις περιστάσεις, την ευλάβεια, τη γλυκύτητα του προσώπου του, το μειλίχιο χαρακτήρα, την έλλειψη ματαιοδοξίας, την προθυμία του να καταλαβαίνει τα πράγματα. Σκέψου πως εκείνος δεν προσπερνούσε τίποτα αν πρώτα δεν το μελετούσε και δεν το καταλάβαινε καλά• πως ανεχόταν όλους εκείνους που άδικα τον κατηγορούσαν, χωρίς ν’ ανταποδίδει τις κατηγόριες. Πως δεν έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις για τίποτα και δεν έδινε πίστη σε διαβολές. Με πόση προσοχή ζύγιαζε τους χαρακτήρες των ανθρώπων και τις πράξεις: δίχως να περιπαίζει, δίχως να φοβάται, δίχως καχυποψίες, δίχως σοφιστείες. Σκέψου σε πόσο λίγα πράγματα αρκούνταν –την κατοικία, το στρώμα του, το ρούχο, την τροφή, τους υπηρέτες. Πόσο ήταν φιλόπονος και μακρόθυμος. Ικανός να ασχολείται με το ίδιο πράγμα μέχρι το βράδυ, χάρη στη λιτή διαβίωση, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνει για τις σωματικές του ανάγκες παρά μόνο τη συνηθισμένη ώρα. Πιστός και σταθερός στις φιλίες του. Το ότι ανεχόταν όσους διαφωνούσαν μαζί του μιλώντας ανοιχτά, και χαίρονταν αν κάποιος του έδειχνε το καλύτερο. Τ’ ότι ήταν θεοσεβούμενος χωρίς να είναι δεισιδαίμων. Έτσι να είσαι, για να ‘χεις και συ, όπως εκείνος, καθαρή τη συνείδησή σου σαν έρθει η τελευταία σου ώρα».

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Αγαπημένοι συγγραφείς: Ιουλιανός, ο ανδρείος

"Προτού σας γνωρίσω σας παίνευα, όπως μου υπαγόρευε η φιλοδοξία μου, χωρίς να περιμένω πρώτα να σας δοκιμάσω και χωρίς να με απασχολήσει το πως θα τα πάμε μεταξύ μας. Επειδή σας θεωρούσα παιδιά Ελλήνων, κι επειδή θεωρώ και τον εαυτό μου Έλληνα ως προς τον τρόπο ζωής -αν και η καταγωγή μου είναι Θρακιώτικη-, υπέθετα ότι θα αγαπιόμασταν πολύ. Εδώ, ας μείνω με την ντροπή της βιασύνης."

.

Από τον Μισοπώγωνα (μτφ. Γιάννης Αβραμίδης-Γιάννης Χριστοδούλου)

.

(...)Μα το να ρίχνω βλέμματα ερωτικά προς κάθε κατεύθυνση για να σας φανώ ωραίος, όχι στην ψυχή αλλά στο πρόσωπο, δεν μου το επιτρέπει ο χαρακτήρας μου. Για σας, η αληθινή ομορφιά της ψυχής ταυτίζεται με την ηδυπαθή ζωή. Εμένα ο δάσκαλός μου μού έμαθε να κοιτάω χαμηλά όταν πήγαινα σχολείο. Θέατρο δεν είχα πάει πριν μακρύνουν τα γένια μου πιο πολύ από τα μαλλιά μου, αλλά ακόμα και σε κείνη την ηλικία, ποτέ δεν πήγα από μόνος μου και με δική μου θέληση, παρά τρεις τέσσερις φορές, το ξέρετε καλά, κατά διαταγή του άρχοντα "για να γίνει το χατίρι του Πατρόκλου" -κι ο άρχοντας ήταν στενός συγγενής μου ενώ εγώ ήμουν ακόμη ιδιώτης.

.

Εμένα τώρα θα πρέπει να με συγχωρέσετε: γιατί αντί για την αφεντιά μου σας προσφέρω τον άνθρωπο που θα έχετε να τον μισείτε με όλο σας το δίκιο: εκείνον τον παιδαγωγό μου τον μισάνθρωπο που τότε με στεναχωρούσε δείχνοντας μου πάντα τον ίδιο δρόμο, και που σήμερα είναι ο αίτιος της απέχθειας μου προς εσάς. Αυτός μού 'βαλε στην ψυχή -θαρρείς και μου την χάραξε για πάντα- κάτι που εγώ τότε δεν ήθελα ενώ εκείνος, λες και έκανε σοφή πράξη, δος του και συνέχιζε να την μπολιάζει: ονομάζοντας, αν θυμάμαι καλά, μεγαλοπρέπεια την χωριατιά, σωφροσύνη την απάθεια, ανδροπρέπεια το να μην υποχωρεί κανείς στις επιθυμίες και να μην βρίσκει την ευτυχία με τέτοιο τρόπο. Μικρό παιδάκι ήμουν ακόμα, και κείνος, μα τον Δία και τις Μούσες, μού 'λεγε και μου ξανάλεγε επί λέξει: "Μην παρασυρθείς από τους συνομηλίκους σου που μαζεύονται στα θέατρα και λαχταρήσεις και συ τέτοια θεάματα. Σου αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Πάρ' το βιβλίο και διάβασε προσεχτικά. Ακούς να μιλάνε για παντομίμους χορευτές; Ας τους να χαίρονται. Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Ακόμα και δέντρα περιγράφει ο Όμηρος, με λόγια που τέρπουν περισσότερο απ' ό,τι η εικόνα της πραγματικότητας:

Στη Δήλο κάποτε πλάι στο βωμό του Απόλλωνα,

δροσερό κλωνάρι φοινικιάς είδα ν' ανθίζει

και το δασωμένο νησί της Καλυψώς και το σπήλαιο της Κίρκης κι ο κήπος του Αλκίνοου: νά 'σαι βέβαιος, τίποτα πιο τερπνό απ' αυτά δεν πρόκειται να ιδείς"(...)

.

(...)Ενώ εμένα, αμέσως μόλις ενηλικιώθηκα, η μοίρα μ' έριξε στους Κέλτες και τους Γερμανούς και στα δάση της Ερκύνιας. Και πέρασα πολύν καιρό εκεί, ζώντας σαν κυνηγός πού 'χει να κάνει μόνο με τ' άγρια θηρία. Και συνάντησα ανθρώπους με ήθη που δεν γνωρίζουν τις κολακείες και τα χάδια, παρά μόνο το απλό και ελεύθερο φέρσιμο, με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όλους. Μετά την ανατροφή που δέχτηκα από παιδί, σαν έγινα έφηβος, η πορεία που ακολούθησα περνούσε μέσα από τα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη (που δεν είναι καθόλου κατάλληλα να διαβάζονται από λαούς που νομίζουν ότι είναι οι πιο ευτυχισμένοι επειδή ζουν φιλήδονα) και σαν έγινα άντρας απόκτησα πείρα ανάμεσα στα πιο πολεμικά και θαρραλέα έθνη όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν τη γαμήλια Αφροδίτη για να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά και τον μεθυδότη Διόνυσο για να πίνουν μετρημένα, όσο σηκώνει ο καθένας. Και στα θέατρά τους δεν υπάρχει ασέλγεια ούτε ύβρις. Κι ούτε κανένας χορεύει πάνω στην σκηνή τον κόρδακα(...)

.

(...)Θεωρούσα ότι η πραότητα κι η σωφροσύνη των αρχόντων είναι καλά πράγματα και ότι από μεριάς μου θα ήταν αρκετή μια τέτοια στάση ώστε να με δείτε με καλό μάτι. Αφού όμως δεν σας αρέσουν τα αχτένιστα μαλλιά μου και το μήκος της γενειάδας μου, το ότι δεν ζυγώνω στα θέατρα και τ' ότι έχω την αξίωση νά 'ναι σοβαροί οι άνθρωποι μες τους ναούς -και πάνω απ' όλα, αφού σας δυσαρεστεί το ότι ασχολούμαι με την απονομή της διακαιοσύνης και στέκομαι εμπόδιο στην πλεονεξία των εμπόρων, αποχωρώ με τη θέληση μου από την πόλη σας(...)

.

Από τις Επιστολές (μτφ. Γιάννης Αβραμίδης-Γιάννης Χριστοδούλου)

.

Προς τον Μέγα Βασίλειο

.

Η παροιμία λέει, "Δεν αναγγέλλεις πόλεμο", εγώ όμως θα πρόσθετα κι εκείνη τη φράση της κωμωδίας που λέει, "με τα λόγια σου χρυσάφι αναγγέλλεις". Άντε λοιπόν, απόδειξέ το έμπρακτα, κι έλα γρήγορα κοντά μου -γιατί σε φίλο θα 'ρθείς, σα φίλος. Μπορεί να φαίνεται κάπως επίμοχθη η συνεχής απασχόληση με την πολιτική για όσους καταγίνονται μ' αυτήν στα σοβαρά. Πείθω όμως τον εαυτό μου ότι έχω τους κατάλληλους συνεργάτες, έξυπνους και ικανούς σε όλα. Κι έτσι μου δίνουν την άνεση ώστε να μπορώ να ξεκουράζομαι χωρίς συγχρόνως να παραμελώ τίποτα. Μεταξύ μας δεν υπάρχει η υποκρισία της αυλής (που απ' ό,τι φαντάζομαι, είναι η μόνη εμπειρία που θα είχες μέχρι τώρα), όπου επαινούσε ο ένας τον άλλον μισώντας τον περισσότερο κι από τον χειρότερο εχθρό του. Εκφραζόμαστε ελεύθερα και με τον τρόπο που αρμόζει, κάνοντας κριτική όταν πρέπει, χωρίς να μειώνεται η αγάπη πού 'χουμε μεταξύ μας σα φίλοι. Κι έτσι έχουμε καταφέρει νά 'μαστε χαλαροί κι ας είμαστε πολυάσχολοι (μακριά από μας ο φθόνος) και να δουλεύουμε πολύ χωρίς να νιώθουμε ταλαιπωρία -χώρια που κοιμάμαι ήσυχα και στις περιπτώσεις που έμεινα ξάγρυπνος, δεν έμεινα για προσωπικούς μου λόγους αλλά για χάρη όλων των άλλων, όπως είναι φυσικό.

Θα σ' έπρηξα με την φλυαρία μου και τις αερολογίες, μ' έπιασε μια χαζομάρα και παινεύτηκα σαν τον Αστυδάμαντα. σου τά 'γραψα όμως για να σε πείσω ότι η παρουσία ενός ανθρώπου τόσο συνετού όπως εσύ, θα ήταν ωφέλιμη και δεν θα μας έκανε να χάσουμε τον καιρό μας. Λοιπόν, όπως είπα, κάνε γρήγορα, και χρησιμοποίησε τη δημόσια συγκοινωνία. Μένεις κοντά μου όσο αγαπάς, και μετά θα σε οδηγήσω όπου θέλεις, με το σεβασμό που σου ταιριάζει.

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Αγαπημένοι συγγραφείς: Νίκος Καχτίτσης, Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας

Από τον Εξώστη (η αρχή του βιβλίου)

Γράφω εν Κεντρική Αφρική την 27ην ή 28ην Ιουνίου 19..., και ώραν 3ην πρωινήν, με τα πρώτα κοράκια, εντός της βιβλιοθήκης της ιδιοκτήτου, και ικανής να στεγάσει ένα λόχο, επαύλεώς μου, ευρισκομένης εις τα κράσπεδα της πόλεως και παρά τας εκβολάς του ποταμού Βούρι, όπου κατοικώ εγώ κι ο κούκος από επταετίας.

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ. Π..., πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής, ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω, και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω, όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς -αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πέννα.

Δηλώ επίσης, αυτή την πρωινή ώρα που μπορεί κάλλιστα να υπογράφω την καταδίκη μου (καλώ τους ενδιαφερομένους να επωφεληθούν της ευκαιρίας), ότι δύο πρόσφατα περιστατικά εχτύπησαν το τελευταίο κουδουνάκι μέσα στην ψυχή μου, και ότι βλέπω πως δε μου απομένει τώρα παρά ο θάνατος.

Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλοιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου...


Από τον Ήρωα της Γάνδης (κάπου προς το τέλος του βιβλίου)

...Περνούσαν οι στιγμές, οι ώρες, οι μέρες. Στο μεταξύ άρχισα πάλι να δουλεύω κανονικά στο αρχαιοπωλείο. Αλλά κάτι είχε αλλάξει στο φέρσιμο και της Σολάνζ ακόμα, η οποία κατά βάθος πολύ λυπόταν γι' αυτά που μου συνέβαιναν. Αλλά ούτε κατά διάνοια υπήρχε ποτέ η πιθανότητα να θυσίαζε τα συμφέροντα του Στοππάκιου για χάρη δική μου. Όσο κι αν με πίκραινε αυτό, τη δικαιολογούσα. Οι χοροεσπερίδες και τα πνευματιστικά πειράματα είχαν σταματήσει. Αραιά και που δέχονταν μόνο κανένα ζευγάρι. Ο Ξεντάδιν είχε καιρό να φανεί, όπως και ο Γεδεών και όλοι οι στενοί τους φίλοι. Το δικηγόρο τον είδα μόνο μια φορά όλο αυτό το διάστημα να μπαίνει βράδυ από τη Μεγάλη Πόρτα, σε ώρα που ο Στοππάκιος ήταν απασχολημένος στο γραφείο του, και να τραβάει κατευθείαν για το δωμάτιο της Σολάνζ. Κάτι είχε αλλάξει σ' όλη την ατμόσφαιρα. Αυτό το διέκρινα ακόμα και στη στάση της Στερίλδας, που φαινόταν επιφυλακτική και χωρίς διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι που ήταν μεγάλης σημασίας, που έκρυβε πολύ μυστήριο. Πολλές φορές μού 'δινε επίμονα την εντύπωση πως περίμενε ν' αρχίσω τις ερωτήσεις πάνω στην Υπόθεση, και με τη στάση της μ' απότρεπε προκαταβολικά να κάνω την παραμικρή απόπειρα.

Όσο για μένα τον ίδιο, όσο πήγαινε και χειροτέρευε η θέση μου...



Από την Περιπέτεια ενός βιβλίου.

Κεφάλαιο 3

Δέχεται και δε δέχεται

Αρχίζω το κεφάλαιο αυτό με μία κατηγορηματική δήλωση, που δε θα εκπλήξει ποσώς τον υπομονητικό που θα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο: Σε σύγκριση με τα μαρτύρια που πέρασα στην έκδοση του Εξώστη, τα άλλα μαρτύρια που πέρασα γράφοντάς τον, όπως και τα μαρτύρια που πέρασε ο ήρωάς μου ο ίδιος, δεν είναι σχεδόν τίποτα! Και ο μεν ήρωάς μου τά ‘θελε και τά ‘παθε∙ θα του άξιζαν και περισσότερα. Εγώ όμως δεν χρώσταγα σε κανέναν τίποτα. Η μόνη αξίωση (ας την ονομάσουμε έτσι) που είχα, ήταν να γίνει η δουλειά μου∙ να τυπωθεί το βιβλίο μου. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ούτε ανάγκασα κανέναν να δεχθεί τη δουλειά αυτή με το ζόρι∙ ήρθα σε συμφωνία. Εγώ μεν θα πλήρωνα με λεφτά που μου απόδωσε η πέννα μου εκπορνευόμενη σε ποικίλας εξωλογοτεχνικάς εργασίας, οι δε επιμεληταί της εκδόσεως θα μου πρόσφερναν το ανάλογο αντίκρυσμα –την πείρα τους, το ταλέντο τους, και την αγάπη τους για την Τέχνη- χωρίς να εκπορενεύσουν, αυτοί, ούτε ένα γιώτα από την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα, μια και η επιμέλεια της εκδόσεως ενός βιβλίου αποτελεί, τουλάχιστον για μένα και για τους επιστήθιους φίλους μου, ιερό λειτούργημα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι εμπιστευόμουνα το βιβλίο μου σε πρόσωπο που έχει πάρει, και με το δίκιο του, στα σοβαρά αυτή την τέχνη, και που ωστόσο μπορούσε κάλλιστα ν’ αποποιηθεί με μια ευγενική δικαιολογία.

Ούτε, από το άλλο μέρος, είμαι από κείνους που κάνουν παζάρια στο ζήτημα των τιμών, μ’ όλο που κάθε άλλο παρά είμαι οικονομικά ανεξάρτητος, δεδομένου ότι στη χώρα που ζω, εις πείσμα της εσφαλμένης εντυπώσεως που υπάρχει, τα δολλάρια δεν τα παρασύρει ο άνεμος στους δρόμους σα φθινοπωρινά φύλλα. Τώρα θυμήθηκα ότι κάνω κάποιο λάθος. Δυστυχώς, και προς μεγάλη μου ντροπή, έκανα κι εγώ κάτι εξοργιστικά παζάρια με τους Ταρουσόπουλους, το 1956.

Αλλά ας μπούμε στο θέμα μας . . .

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Αγαπημένοι συγγραφείς: Αρθούρος Ρεμπό, Το αστραπιαίο πέρασμα ενός λαμπρού μετεώρου


Ο Αρθούρος, στα 17 

.

ΦΡΑΣΕΙΣ (από τις Εκλάμψεις, μτφ Στέλλα Αλεξοπούλου)

...

Έδεσα σκοινιά από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παραθύρι σε παραθύρι, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι, και χορεύω.

...

.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ (από τις Εκλάμψεις, μτφ. Στέλλα Αλεξοπούλου)

Ένα ωραίο πρωινό, σ' ένα λαό πολύ τρυφερό, ένας μεγαλοπρεπής άντρας και μια θαυμάσια γυναίκα φώναζαν στην πλατεία: "Φίλοι μου, θέλω να γίνει βασίλισσα" "Θέλω να γίνω βασίλισσα". Εκείνη γελούσε κι έτρεμε. Εκείνος μιλούσε στους φίλους του γι' αποκάλυψη, για βάσανα που τέλειωσαν. Εκστατικοί σφιχταγκαλιάστηκαν.

Και στέφθηκαν βασιλιάδες για ένα πρωινό ολόκληρο που πορφυρά παραπετάσματα κρεμάστηκαν στα σπίτια, και για ένα απόγευμα ολόκληρο που περπατούσαν σε κήπους με φοινικιές.

.

ΠΝΕΥΜΑ (από τις Εκλάμψεις, μτφ Στέλλα Αλεξοπούλου)

...

Όλους μας γνώρισε και μας αγάπησε. Ας τον χαιρετίσουμε, λοιπόν, αυτή τη χειμωνιάτικη βραδιά, απ' ακρωτήρι σ' ακρωτήρι, από την ερημιά της Αρκτικής μέχρι τον πύργο, από το πλήθος μέχρι την ακρογιαλιά, από βλέμμα σε βλέμμα, με δυνάμεις κι αισθήματα εξαντλημένα, ας τον δούμε κι ας τον ξεπροβοδίσουμε και κάτω από τις θάλασσες και ψηλά πάνω στις ερημιές του χιονιού ας ακολουθήσουμε το βλέμμα, την ανάσα, το κορμί, τη ζωή του.

.

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΙΙ, Πείνα (από το Μια εποχή στην Κόλαση)

...

Ξαναβρέθηκε!

Τι; Η αιωνιότητα

Είναι η θάλασσα

λουσμένη στον ήλιο

...

.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (από το Μια εποχή στην Κόλαση, μτφ. Νίκος Σπάνιας)

Φθινόπωρο κιόλας! Μα γιατί να θλιβόμαστε για τον προαιώνιο ήλιο όταν καταπιανόμαστε ν' ανακαλύψουμε το θείο φως, -μακριά απ' όλους όσους πεθαίνουν με τις εποχές.

...

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Αγαπημένοι συγγραφείς: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το Μεγάλο Βιβλίο

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ (Από τον Δημιουργό, μτφ. Δ. Καλοκύρης)

.

Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό

και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι,

να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι

και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.

.

Να νιώθεις πως η αγρύπνια είναι ένας άλλος ύπνος

όπου ονειρεύεσαι πως δεν κοιμάσαι κι ότι ο θάνατος

που η σάρκα μας τον τρέμει, είναι ο ίδιος θάνατος

που κάθε νύχτα μας φαίνεται ύπνος.

.

Να βλέπεις πως η μέρα ή ο αιώνας είναι σύμβολο

της κάθε μέρας του ανθρώπου και του χρόνου

του, να μεταλλάσσεις την επιδρομή του χρόνου,

σε μουσική, σε ψίθυρο και σύμβολο.

.

Να βλέπεις πως ο θάνατος είναι ύπνος, το δειλινό

ένα χρυσάφι θλιβερό, αυτή είναι η ποίηση

η αθάνατη κι ασήμαντη. Μα η ποίηση

ξανάρχεται σαν την αυγή και σαν το δειλινό.

.

Καμιά φορά τα βράδια, ένα πρόσωπο

μας κοιτάει από τα βάθη ενός καθρέφτη'

η τέχνη πρέπει νά 'ναι σαν και τούτο τον καθρέφτη

που μας αποκαλύπτει το ίδιο μας το πρόσωπο.

.

Λένε πως ο Οδυσσέας, χορτασμένος από θαύματα

έκλαψε από αγάπη μόλις φάνηκε η Ιθάκη

χλωρή και ταπεινή. Η τέχνη είναι τούτη η Ιθάκη

η αιώνια χλωρή- και όχι τα θαύματα.

.

Κι ακόμα, είναι όπως το αέναο ποτάμι

που κυλάει και στέκεται και μέσα του αντιφεγγίζει ο ίδιος

ο Ηράκλειτος, που συνεχώς αλλάζει κι είναι ο ίδιος

και ταυτόχρονα άλλος, έτσι ακριβώς, όπως και το αέναο ποτάμι.