Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Το βέλασμα του θεού


Ο τραγόμορφος Πάνας, ο αμνός Χριστός, η ανά(σ)ταση του σώματος, ο νέος Παράδεισος...

Το μέγα βέλασμα, ή Παν-Ιησούς Χριστός

…caw-caw all Visions of the Lord.

A. Ginsberg

Όταν βαρέα βάρη επωμίζονται σε προκυμαίες, σε κρηπιδώματα σταθμών, σε αυλές και δρόμους, σε λιπαρά μέσα σκατά πατώντας, της καθημερινής ζωής οι αχθοφόροι, τους άτλαντας του κόσμου αχρηστεύοντας, οι άνεργοι άτλαντες διάτορα βογγούν με στοναχάς, με θρήνους.

Και όμως, την ώρα που αίρονται τα βάρη (ζεμπίλια και σάκκοι λογής-λογής με πράγματα ακατονόμαστα γεμάτοι – τουτέστι γεμάτοι κρίματα, γεμάτοι αμαρτίες) η Οικουμένη ακόμα ζει και οτέ μεν αγάλλεται, οτέ δε (πολύ συχνότερα) βαριά στενάζει, κάτω από τα βάρη των βαρέων βαρών (όπλα πυρηνικά, πραμάτιες απατηλές, ψέματα ποικίλα – όλα σκατά, όλα αμαρτίες) την ίδια ώρα ακούεται – και τούτο μοιάζει πάντοτε με θαύμα- ακούεται πάντοτε και εις τους αγρούς, και μεσ’ στις πόλεις, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και κάτω από τ’ αστέρια, ακούεται πάντοτε ένα μεγάλο βέλασμα (μπεέ-μπεέ) καλύπτοντας τον θρήνο των ατλάντων, ένα θεσπέσιο βέλασμα από φωνήν αλέκτορος πιο καθαρό, πιο πλήρες, εν μέγα βέλασμα φωτοβριθές (μπεέ-μπεέ, μπεέ-μπεέ) που την ελπίδα σπέρνει στις ψυχές αυτών που το ακούνε, εν μέγα βέλασμα σαν καθαρό νερό από των ουρανών τους καταρράκτας πίπτον, ένα μεγάλο βέλασμα ωραίου αμνού (μπεέ-μπεέ) εν βέλασμα νεαρού κριού (μπεέ-μπεέ) που όσοι το ενωτίζονται μεγάλες στέρνες γίνονται του ανεσπέρου λόγου, εν βέλασμα που όσοι το ενστερνίζονται σώζονται πάντα, ένα μεγάλο βέλασμα σαν μέσ’ από χωνί τεράστιου τηλεβόα, εν μέγα βέλασμα αμνού ( ενός αμνού που εις το Περού θα ημπορούσε κάλλιστα και λάμα νάναι) το βέλασμα νεαρού κριού με ωραίους ευμεγέθεις όρχεις, το βέλασμα του αγαθού αμνού (μπεέ-μπεέ, μπεέ – ω δόξα, δόξα Αλληλούια!) το βέλασμα του ωραίου αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Από τη συλλογή Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος 1987.

Δεν υπάρχουν σχόλια: